Πτητικό Επίδομα: Το δικαιούνται οι πυροσβέστες χειριστές εναερίων μέσων και για την προ του 2008 περίοδο (απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών)

Στην παρακάτω απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής εντολέων του γραφείου μας, κρίνεται για πρώτη φορά ότι και οι πυροσβέστες χειριστές ελικοπτέρων δικαιούνται του πτητικού επιδόματος που λάμβαναν έως το 2008 οι συνάδελφοί τους χειριστές  ελικοπτέρων  της πολεμικής αεροπορίας. Ο λόγος είναι ότι έως το έτος 2008 δεν είχε εκδοθεί (…ακόμα) η υπουργική απόφαση που απαιτούσε ο νόμος (ήδη από το έτος 2000) για την καταβολή σε αυτούς του εν λόγω επιδόματος, σε συνδυασμό βεβαίως με την παράβαση στο πρόσωπό τους της αρχής της ισότητας (σε σχέση με τους συναδέλφους τους της ΠΑ), της αρχής της αναλογικότητας και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσον αφορά την προστασία του δικαιώματός τους στην περιουσία τους. Κρίθηκε συγκεκριμένα ότι το πτητικό επίδομα γενικά θεσπίστηκε για να καλύψει τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ιπτάμενοι και οι χειριστές ελικοπτέρων  κατά  την πραγματοποίηση των πτήσεων και είναι συνδεδεμένο με τις πτήσεις που πραγματοποιούν και ειδικότερα με τις ώρες πτήσης, αφού χορηγείται με τη συμπλήρωση  των οριζομένων ως ελαχίστων ωρών πτήσης και  δεν συνδέεται με τη φύση και το είδος των επιχειρησιακών αποστολών. Με την έννοια αυτή, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν οι χειριστές ελικοπτέρων της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος, ενόψει και του σκοπού της Υπηρεσίας αυτής (η συμβολή, μεταξύ άλλων, στην καταστολή πυρκαγιών και στη διάσωση θυμάτων από πυρκαγιές, κ.λ.π. καθώς και η συμβολή στο έργο της εθνικής και πολιτικής άμυνας της χώρας και στο έργο Κρατικών Υπηρεσιών) είναι όμοιες με τις συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρούν οι χειριστές ελικοπτέρων της Πολεμικής Αεροπορίας και δεν διαφοροποιούνται αναλόγως της κατηγορίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται η κατά τα άνω περικοπή του επιδίκου επιδόματος στη μία μόνο απ’ αυτές για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως υποστήριζε το Ελληνικό Δημόσιο.

Η εν λόγω απόφαση σφραγίζει τη δικαίωση των πυροσβεστών χειριστών ελικοπτέρων, που επιχειρούν υπό εξαιρετικά αντίξοες και επικίνδυνες για τη ζωή τους συνθήκες, ειδικά τις καλοκαιρινές περιόδους.

Περαιτέρω κρίνεται ότι το Δημόσιο οφείλει τόκους υπερημερίας ακριβώς όπως και οι ιδιώτες, δηλαδή με το κοινό επιτόκιο υπερημερίας και όχι με το μειωμένο 6%, λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας και διότι η θέσπιση μειωμένου επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου δεν εξυπηρετεί κανένα δημόσιο συμφέρον, αφού ως τέτοιο δεν νοείται το δημοσιονομικό συμφέρον (κάτι που δυστυχώς ο νομοθέτης και η νεώτερη νομολογία  του ΣτΕ τείνει να λησμονήσει, αλλά όπως έλεγαν και οι λατίνοι, o tempora, o mores…)

Α. Κυριακίδης

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

Αριθμός απόφασης: 3910/2011

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΟΗΝΩΝ Τμήμα 16° Τριμελές

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 29 Σεπτεμβρίου 2010, με δικαστές τους Γεώργιο Κωστάκη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Αριστείδη Γκάγκαρη και Άννα Ατσαλάκη – Εισηγήτρια, Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Ευανθία Βλάση, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την από 23 Μαρτίου 2010 (αριθ. καταχ. ΑΒΕΜ 1370/29.9.2010) έφεση:

των: 1) Ν.Κ., κατοίκου Η. Αττικής, π. Ο. αρ. …, 2) Χ.Δ., κατοίκου Χ. Αττικής, οδός Α. αρ. …, 3) Σ.Τ., κατοίκου Α. Αττικής, οδός Ι. αρ. … και 4) Γ.Α., κατοίκου Κ. Αττικής, οδός Λ. αρ. …, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας των δικηγόρου Αγγελικής Ψύχα, με δήλωση στη γραμματεία του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 Κ.Δ.Δ..

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και δεν παραστάθηκε.

Το  Δικαστήριο   μετά   τη   δημόσια   συνεδρίαση   συνήλθε   σε διάσκεψη.

Η  κρίση του  είναι  η  εξής:

1. Επειδή νομίμως φέρεται για περαιτέρω συζήτηση η κρινόμενη έφεση, που στρέφεται κατά της 3039/2008 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, μετά την έκδοση της 176/2011 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση είχε απορριφθεί η από 30-12-2005 αγωγή των εκκαλούντων, αξιωματικών του πυροσβεστικού σώματος, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν από τη μη καταβολή σε αυτούς του πτητικού επιδόματος, που κατά τους ισχυρισμούς τους δικαιούνταν.

2.        Επειδή, η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης νομίμως χώρησε παρά την απουσία του εφεσίβλητου, το οποίο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 8-4-2011 έκθεση του επιμελητή δικαστηρίων Κωνσταντίνου Καρανικολή, με την οποία επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών η υπ’ αριθμ. 176/2011 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με ορισμό δικασίμου.

3.        Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2800/2000 Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπ.Δημ.Τάξης, Αρχηγείο Αστυνομίας, κλπ (φ.Α’41) με θέμα Υπηρεσία Εναέριων Μέσων Πυροσβεστικού Σώματος, όπως η περ. δ’ της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρ.4 Ν.3103/2003, ΦΕΚ Α’23 και το πρώτο εδάφιο της παρ.6 με την παρ.2 άρθρ.4 του ίδιου Ν.3103/2003, ορίζουν ότι: «1. Συνιστάται στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρεσία Εναέριων Μέσων, η οποία έχει ως αποστολή την από αέρος υποστήριξη και ενίσχυση των Υπηρεσιών του, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας, το διοικητικό της επίπεδο, η υπαγωγή, η έδρα και οι επί μέρους αρμοδιότητες της καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. 2. Στην αποστολή της ανωτέρω Υπηρεσίας υπάγονται ιδίως: α. Ο συντονισμός των επίγειων πυροσβεστικών και άλλων δυνάμεων σε συμβάντα αρμοδιότητας του Πυροσβεστικού Σώματος και η διαβίβαση στις δυνάμεις αυτές εντολών και πληροφοριών για την αντιμετώπιση τους. β. Η συμβολή στην καταστολή πυρκαγιών και στη διάσωση θυμάτων από πυρκαγιές,   πλημμύρες, σεισμούς και ατυχήματα, στην αναζήτηση εξαφανισμένων προσώπων και τη μεταφορά τραυματιών από τις αιτίες αυτές. γ. Η επιτήρηση ευπαθών δασών και δασικών εκτάσεων και η συμβολή στην ανακάλυψη και σύλληψη των εμπρηστών, δ. Η μεταφορά κυβερνητικών αξιωματούχων, ανώτατων κρατικών λειτουργών και αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος για σοβαρούς υπηρεσιακούς λόγους και η μεταφορά πυροσβεστικών υπαλλήλων για ανάληψη επείγουσας και σοβαρής πυροσβεστικής επιχείρησης, καθώς και πολιτών που μπορούν να συμβάλλουν στην επιτυχή διεξαγωγή της…    5. Με κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων, που εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Οικονομικών και δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της   Κυβερνήσεως,   καθορίζονται ειδικότερα θέματα εσωτερικής Διάρθρωσης, σύνθεσης και λειτουργίας της Υπηρεσίας αυτής, εκπαίδευσης του προσωπικού της, τα χρησιμοποιούμενα μέσα, καθώς και ο τρόπος εκτέλεσης της Υπηρεσίας. 6. Η υπηρεσία Εναέριων Μέσων στελεχώνεται από μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό, το οποίο διακρίνεται σε ιπτάμενο, τεχνικό  και γενικών υπηρεσιών. Οι ειδικότητες του προσωπικού αυτού καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Η οργανική δύναμη του προσωπικού ανέρχεται σε δέκα (10) χειριστές και δεκαπέντε (15) τεχνίτες. Ο αριθμός του προσωπικού αυτού δύναται να αυξάνεται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. 7. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας τάξης, καθορίζονται τα προσόντα του ιπτάμενου προσωπικού της ως άνω υπηρεσίας και η διαδικασία, τα αρμόδια όργανα και ο τρόπος επιλογής του, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 8. … 9. Στο ιπτάμενο προσωπικό της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων χορηγείται πτητικό επίδομα, οι προϋποθέσεις και το ύψος του οποίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. 10. . . 11. Με απόφαση των Υπουργών Δημόσιας τάξης και Οικονομικών,  μπορεί να ιδρύονται κλιμάκια της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων και σε άλλες περιοχές της χώρας, τα οποία υπάγονται διοικητικά και επιχειρησιακά σε αυτήν. 12. Μέχρι την ολοκλήρωση της οργάνωσης και λειτουργίας της Υπηρεσίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η κάλυψη των αναγκών σε ιπτάμενο προσωπικό και τεχνική υποστήριξη των εναέριων μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος και η μετεκπαίδευση του ιπτάμενου προσωπικού της μπορεί να ανατίθεται σε άλλη κρατική (πολιτική ή στρατιωτική) Υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή ιδιωτικό πρόσωπο παραχωρησιούχο ή ανάδοχο δημόσιας Υπηρεσίας, με κοινή απόφαση του Υπουργού Δημόσιας τάξης και του συναρμόδιου Υπουργού, ή με σύμβαση έργου μεταξύ του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και του οικείου φορέα, κατά περίπτωση, με τους όρους που καθορίζονται στην ανωτέρω απόφαση ή σύμβαση».  Εξάλλου, με το άρθρο 1 του π.δ. 103/2001 (ΦΕΚ Α’96) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 7 του προαναφερθέντος άρθρου 25 του ν. 2800/2000 καθορίστηκαν προσόντα του ιπτάμενου προσωπικού ως εξής: «1. Οι χειριστές της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού σώματος πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι Μόνιμοι Υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος Γενικών Υπηρεσιών, β. Να είναι κάτοχοι πτυχίου σε ισχύ επαγγελματία χειριστή, γ. Να έχουν άρτια σωματική υγεία . . .».

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο μόνο της  υπ’αριθμ 2065439/5776/0022/1991 (ΦΕΚ Β’836) κοινής απόφασης των υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών «Καθορισμός του Πτητικού Επιδόματος Διαφόρων Κατηγοριών Στρατιωτικού Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων», όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 2/13561/2002 (ΦΕΚ Β» 557) και 2/23105/0022 (ΦΕΚ Β» 458), ορίζεται ότι: «Καθορίζουμε τις κατηγορίες των δικαιούχων, το ύψος του καταβαλλομένου σε κάθε κατηγορία πτητικού επιδόματος, τις προϋποθέσεις και το χρόνο καταβολή τους, καθώς και τις λοιπές συναφείς λεπτομέρειες, ως ακολούθως: 1. Πτητικό Επίδομα Εξαμήνου α. Χορηγείται στις κατωτέρω κατηγορίες προσωπικού όταν συμπληρώσει (30) ώρες σ’ένα εξάμηνο, με αεροσκάφη που ανήκουν στις Ελληνικές και τις Συμμαχικές Ένοπλες Δυνάμεις: (1) Στους Μονίμους, Μονίμους εξ εφεδρείας πλην ανωτάτων, Εφέδρους και  Δοκίμους Αξιωματικούς και μονίμους Υπαξιωματικούς κατόχους   στρατιωτικού Πτυχίου χειριστού αεροσκαφών. (2) Στους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές και Υπαξιωματικούς, κατόχους πτυχίου ειδικότητας αεροσκαφών, από αυτές που προβλέπονται για τα μέλη πληρώματος αεροσκαφών, όταν αυτοί ορίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις σαν απαραίτητα μέλη πληρώματος αεροσκαφών. (3) Στους μαθητές της Σχολής Ικάρων (Τμήμα Ιπταμένων). Ειδικώς για τους μαθητές της Σχολής Ικάρων  χορηγείται εξαμηνιαίο πτητικό επίδομα   όταν συμπληρώνουν και εξήντα (60) ώρες πτήσεως ανά 12μηνο. (4) Στους μαθητές των λοιπών Στρατιωτικών Σχολών Χειριστών καθώς και ειδικοτήτων πληρωμάτων αεροσκαφών … β. .. γ. Το ποσό του εξαμηνιαίου πτητικού επιδόματος καθορίζεται για κάθε κατηγορία από το γινόμενο του ισχύοντος, κάθε φορά, μηνιαίου βασικού μισθού του Σμηναγού επί τον αντίστοιχο για κάθε  κατηγορία συντελεστή.  Οι  κατηγορίες και  οι  συντελεστές που αντιστοιχούν σε κάθε μία απ’ αυτές έχουν ως κατωτέρω: (1) Κατηγορία Α1 συντελεστής: Δέκα (10.00) (2) Κατηγορία Α2 συντελεστής: Εννιά (9.00)… (6) Κατηγορία Β3 συντελεστής: Επτά (7.00) … δ. Δικαιούχοι κατά κατηγορία: (1) Κατηγορία ΑΙ Κατώτεροι και Ανώτεροι Αξιωματικοί χειριστές τοποθετημένοι και προσκολλημένοι σε Πολεμικές Μοίρες αεριωθουμένων αεροσκαφών πολεμικού τύπου σταθερών πτερύγων, καθώς και εκπαιδευτές ή εκπαιδευόμενοι στο εξωτερικό, σε αεριωθούμενα αεροσκάφη πολεμικού τύπου, εφόσον ίπτανται με τα ανωτέρω αεροσκάφη και έχουν σύνολο ωρών πτήσεως σε αεροσκάφη πολεμικού τύπου μεγαλύτερο από 600 ώρες … (4) κατηγορίες Β1-Β2-Β3-Β4 Αξιωματικοί χειριστές, ανεξαρτήτως βαθμού που ίπτανται με αεροσκάφη και Ε/Π οποιουδήποτε τύπου και υπηρέτησαν σε Μονάδες   αεροσκαφών   ή   Ε/Π   των   Ενόπλων   Δυνάμεων,   έχουν   δε συμπληρώσει αριθμό ωρών πτήσεως με αεροσκάφη ή Ε/Π, που ισοδυναμεί αντίστοιχα με 1500, 1200, 800 και 500 ώρες πτήσεως με αεριωθούμενα αεροσκάφη πολεμικού τύπου…. Στην κατηγορία Β3 εκτός των παραπάνω ανήκουν και οι χειριστές, που είναι τοποθετημένοι ή προσκολλημένοι σε πυροσβεστικά αεροσκάφη σταθερών πτερύγων, που επιχειρούν υδροληψία από θάλασσα ή λίμνη, εφόσον ίπτανται με αυτά. Οι χειριστές των επιθετικών … 5. Για την καταβολή στους δικαιούχους του πτητικού επιδόματος απαιτούνται: α. Προσκόμιση ατομικής βεβαιώσεως της Μονάδας (Γραφείο Πτήσεων) που θα περιλαμβάνει τον αριθμό των ωρών πτήσεως που πραγματοποίησε ο δικαιούχος, καθώς και την κατηγορία στην οποία ανήκει».

5.   Επειδή, τέλος, με  την  κοινή  απόφαση  των  υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών υπ’ αριθμ. 2/46494/0022/2008 (ΦΕΚ   Β’   1732) «Προϋποθέσεις και ύψος χορηγούμενου   πτητικού επιδόματος  στο ιπτάμενο Πυροσβεστικό προσωπικό της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων Πυροσβεστικού Σώματος», η οποία ισχύει από 1-1-2008, ορίστηκε ότι: «1. Το πτητικό επίδομα εξαμήνου χορηγείται στους Αξιωματικούς, Πυρονόμους, Αρχιπυροσβέστες και Πυροσβέστες, κατόχους πτυχίου επαγγελματία χειριστή ελικοπτέρου που εκδόθηκε ή αναγνωρίσθηκε από την Υπηρεσία Πολιτικής αεροπορίας (Υ.Π.Α.),  σύμφωνα  με τη νομοθεσία που τη διέπει, όταν συμπληρώσουν 30 ώρες πτήσης σ’ένα (1) εξάμηνο ως χειριστές ελικοπτέρων που ανήκουν στο Πυροσβεστικό Σώμα και ως εκπαιδευόμενοι ή μετεκπαιδευόμενοι στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό με ελικόπτερα, ανεξάρτητα εάν αυτά ανήκουν στο Πυροσβεστικό Σώμα. 2. Το ποσό του εξαμηνιαίου πτητικού επιδόματος καθορίζεται για το ανωτέρω ιπτάμενο πυροσβεστικό   προσωπικό στο ύψος του χορηγούμενου επιδόματος στο ιπτάμενο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2065439/5776/0022 από 10.10.1991 κοινής υπουργικής απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την αντιστοιχία κατά κατηγορία ως εξής: α. Κατηγορία Δ3: 4.059,38 € Δικαιούχοι: Αξιωματικοί, ανεξαρτήτως βαθμού, και Πυρονόμοι χειριστές, εφόσον ίπτανται με Ε/Π βάρους κάτω των 4.000 Kg, όταν αυτά είναι άδεια αλλά εξοπλισμένα, β. Κατηγορία Δ5: 2.899,57 Ε Δικαιούχοι: Αρχιπυροσβέστες και Πυροσβέστες χειριστές, εφόσον ίπτανται με Ε/Π βάρους κάτω των 4.000 Kg, όταν αυτά είναι άδεια αλλά εξοπλισμένα. . .» (Άρθρο 1). «Για την καταβολή στους δικαιούχους του πτητικού επιδόματος απαιτείται προσκόμιση ατομικής βεβαιώσεως της Υ.Ε.Μ.Π.Σ. που περιλαμβάνει τον αριθμό των ωρών πτήσης που πραγματοποίησε ο δικαιούχος, καθώς και την κατηγορία στην οποία ανήκει» (Άρθρο 3).

6. Επειδή, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος από τους εκκαλούντες ήταν υποπυραγοί και ο δεύτερος αρχιπυροσβέστης του Πυροσβεστικού Σώματος. Οι τρεις πρώτοι από αυτούς (Ν.Κ., υποπυραγός, Σ.Τ., υποπυραγός και Χ.Δ., αρχιπυροσβέστης) μετά τη με διαταγή της Δεύθυνσης εκπαίδευσης του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος εκπαίδευση τους στη Σχολή Επαγγελματιών Χειριστών Ελικοπτέρων της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας και την απόκτηση πτυχίου χειριστή ελικοπτέρων, με την 65618/Φ.202/19-11-2001 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος τοποθετήθηκαν για την εκτέλεση υπηρεσίας ως χειριστές στην Υπηρεσία Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος (Υ.Ε.Μ.Π.Σ.). Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 444β Φ.202.10/28-1-2003 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος ο τέταρτος από τους εκκαλούντες, Γ.Α., υποπυραγός, ο οποίος είχε αποκτήσει πτυχίο επαγγελματία χειριστή, μετακινήθηκε για εκτέλεση υπηρεσίας στην ίδια Υπηρεσία Εναέριων Μέσων, από 19-12-2002. Κατά το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν οι εκκαλούντες στην ανωτέρω υπηρεσία δεν ελάμβαναν πτητικό επίδομα, λόγω μη έκδοσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 2800/2000 κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία θα καθόριζε το ύψος και τις προϋποθέσεις χορήγησης του. Η κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών υπ’ αριθμ. 2/46494/0022/2008 (ΦΕΚ Β’ 1732) που αφορά στις προϋποθέσεις και το ύψος του χορηγούμενου πτητικού επιδόματος στο ιπτάμενο Πυροσβεστικό προσωπικό της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία ισχύει από 1-1-2008, εκδόθηκε μετά την άσκηση από τους εκκαλούντες της από 30-12-2005 αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αγωγή τους αυτή οι εκκαλούντες προέβαλαν ότι η παράλειψη έκδοσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 2800/2000 κοινής υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό του ύψους και των προϋποθέσεων χορήγησης του πτητικού επιδόματος, το οποίο δικαιούνταν με βάση την αρχή της ισότητας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους ιπτάμενους χειριστές της πολεμικής αεροπορίας, οι οποίοι το λαμβάνουν με βάση την εκδοθείσα κατ’εξουσιοδότηση του ν.δ. 313/1974 υπ’ αριθμ. 2065439/5776/0022/9-10-1991 Κ.Υ.Α. των υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας, είναι παράνομη. Και τούτο, διότι κατέχουν όλα τα προσόντα που απαιτούνται σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 103/2001 (φ. Α’96/15.5.2001) προεδρικό διάταγμα για το ιπτάμενο προσωπικό της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος, τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες με το προσωπικό της πολεμικής αεροπορίας και ιδίως την κατηγορία Β3 των χειριστών πυροσβεστικών αεροσκαφών, αντιμετωπίζουν, κατά την εκτέλεση της πτητικής τους υπηρεσίας τους ίδιους κινδύνους και παρόμοια με αυτούς περιστατικά, εκτέλεσαν δε πτήσεις με πυροσβεστικά αεροπλάνα άνω των 30 ωρών ανά εξάμηνο. Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, ως αποζημίωση για τη ζημία την οποία υπέστησαν από τη μη χορήγηση σ’αυτούς του εν λόγω επιδόματος, κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2001 έως 30-12-2005 για τους πρώτο έως και τρίτο και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-12-2005 για τον τέταρτο, το ποσό των 49.154,14 ευρώ για καθέναν από τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο και 33.975,76 ευρώ για τον τέταρτο, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, από την επίδοση της αγωγής. Το ανωτέρω ποσό αντιστοιχεί, κατά τους  ισχυρισμούς τους, στο πτητικό επίδομα που λαμβάνουν, με βάση τις διατάξεις της υπ’αριθμ. 2065439/5776/0022/1991 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, οι ιπτάμενοι χειριστές της πολεμικής αεροπορίας, που είναι τοποθετημένοι ή προσκολλημένοι σε πυροσβεστικά αεροσκάφη σταθερών πτερύγων, που επιχειρούν υδροληψία από θάλασσα ή λίμνη και ίπτανται με αυτά, αφού τελούν σε παρόμοιες συνθήκες με αυτούς, όντες επιφορτισμένοι με πυροσβεστικά καθήκοντα. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι οι χειριστές της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος και οι χειριστές της Πολεμικής Αεροπορίας αποτελούν εντελώς διαφορετικές κατηγορίες με διαφορετική εκπαίδευση και τυπικά προσόντα, αλλά κυρίως με όλως διαφορετική αποστολή. Επιπλέον, τα ελικόπτερα του πυροσβεστικού σώματος, δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των πυροσβεστικών αεροσκαφών σταθερών πτερύγων, ενώ οι χειριστές τους δεν πραγματοποιούν υδροληψία από θάλασσα ή λίμνη. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει μη νόμιμη παράλειψη έκδοση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του αρ. 25 παρ. 9 του ν. 2800/2000 κοινής υπουργικής απόφασης με καθορισμό των προϋποθέσεων και του ύψους του πτητικού επιδόματος, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην πολεμική αεροπορία. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες άσκησαν την κρινόμενη έφεση, με την οποία προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη ότι δεν δικαιούνται τη πτητικό επίδομα, το οποίο ο νόμος αναγνωρίζει ότι πρέπει να τους χορηγηθεί και το οποίο τους χορηγήθηκε, τελικώς το έτος 2008, με τις ίδιες προϋποθέσεις που το λαμβάνουν οι χειριστές ελικοπτέρων της πολεμικής αεροπορίας, με τους οποίους παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάτω από το ίδιο εργασιακό καθεστώς. Εξάλλου, το Δημόσιο προέβαλε ότι πρόκειται για ανόμοιες κατηγορίες χειριστών ελικοπτέρων, με διαφορετική αποστολή. Το Δικαστήριο αυτό με την υπ’ αριθμ. 176/2011 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική του απόφαση, αφού συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου, έκρινε ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται για να καλύψει τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι   ιπτάμενοι  και  οι  χειριστές ελικοπτέρων  κατά  την πραγματοποίηση των πτήσεων και είναι συνδεδεμένο με τις πτήσεις που πραγματοποιούν και ειδικότερα με τις ώρες πτήσης, αφού χορηγείται με τη συμπλήρωση  των οριζομένων ως ελαχίστων ωρών πτήσης και  δεν συνδέεται με τη φύση και το είδος των επιχειρησιακών αποστολών. Με την έννοια αυτή, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν οι χειριστές ελικοπτέρων της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος, ενόψει και του σκοπού της Υπηρεσίας αυτής (η συμβολή, μεταξύ άλλων, στην καταστολή πυρκαγιών και στη διάσωση θυμάτων από πυρκαγιές, κ.λ.π. καθώς και η συμβολή στο έργο της εθνικής και πολιτικής άμυνας της χώρας και στο έργο Κρατικών Υπηρεσιών) είναι όμοιες με τις συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρούν οι χειριστές ελικοπτέρων της Πολεμικής Αεροπορίας και δεν διαφοροποιούνται αναλόγως της κατηγορίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται η κατά τα άνω περικοπή του επιδίκου επιδόματος στη μία μόνο απ’ αυτές για ορισμένο χρονικό διάστημα (δεδομένου ότι από 1-1-2008 χορηγήθηκε και σ’ αυτούς). Περαιτέρω, απέρριψε τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι είναι διαφορετική η εκπαίδευση και η αποστολή των χειριστών της Πολεμικής Αεροπορίας και ότι τα ελικόπτερα τύπου ΒΚ 117 εκτελούν αποστολές μεταφοράς προσωπικού και δεν έχουν πραγματοποιήσει πτήσεις επιχειρησιακές  δασοπυρόσβεσης  με  κάδο,  υδροληψίας από υδάτινη επιφάνεια και διάσωσης με χρήση hoist, με την αιτιολογία ότι η καταβολή του επιδόματος δεν συνδέεται με τη φύση και το είδος των συγκεκριμένων αποστολών. Με τις σκέψεις αυτές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ως άνω δυσμενής μεταχείριση των χειριστών ελικοπτέρων της ΥΕΜΠΣ, χωρίς να δικαιολογείται ο αποκλεισμός τους   από κάποιο λόγο γενικότερου οικονομικού, επαγγελματικού ή κοινωνικού συμφέροντος, συνιστά δυσμενή σε βάρος τους διάκριση και είναι αντίθετη προς την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και κατά συνέπεια, δικαιούνται του επίδικου επιδόματος και οι χειριστές ελικοπτέρων της ΥΕΜΠΣ, με την προϋπόθεση της συμπλήρωσης ανά εξάμηνο των 30 ωρών πτήσης. Η άποψη αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την αναφερόμενη στην πέμπτη σκέψη υπ’ αριθμ. 2/46494/2008 κ.υ.α χορηγήθηκε το πτητικό επίδομα από 1-1-2008 στους χειριστές ελικοπτέρων της ανωτέρω Υπηρεσίας με μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση 30 ωρών πτήσης σε ένα εξάμηνο, το οποίο, μάλιστα, (επίδομα) καθορίζεται στο ύψος του χορηγούμενου επιδόματος στο ιπτάμενο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2065439/1991 κ.υ.α. Ενόψει αυτών και εφόσον η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους εκκαλούντες το πτητικό επίδομα πηγάζει ευθέως από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κρίθηκε ότι συντρέχει μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 9 του ν. 2800/2000 κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία (παράλειψη) στοιχειοθετεί ευθύνη του  Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το ύψος της οποίας πρέπει να υπολογιστεί με βάση το ύψος του πτητικού επιδόματος που λάμβαναν οι χειριστές  ελικοπτέρων  της  πολεμικής  αεροπορίας, της κατηγορίας Β3, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα. Με τις σκέψεις αυτές, έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 3039/2011 εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας δε επί της αγωγής, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι το δικαίωμα των εναγόντων είχε υποκύψει στην   προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετή παραγραφή. Περαιτέρω, δέχτηκε ότι οι ενάγοντες οι οποίοι τοποθετήθηκαν με απόφαση του αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος στην Υπηρεσία Εναέριων Μέσων και οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις της ΥΕΜΠΣ που περιέχουν τα στοιχεία προ και μετά τις πτήσεις, άσκησαν εν τοις πράγματι καθήκοντα χειριστών από 19-11-2001 δικαιούνται το ένδικο επίδομα από του χρόνου αυτού έως 31-12-2005, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Υπηρεσία Εναέριων Μέσων του Π.Σ λειτούργησε στις 51-4-2005. Και τούτο διότι, κατά την παρ. 12 του άρθρου 25 του ν. 2800/2000, μέχρι την ολοκλήρωση της λειτουργίας της Υπηρεσίας αυτής η κάλυψη των αναγκών σε ιπτάμενο   προσωπικό,   η τεχνική υποστήριξη και η μετεκπαίδευση του προσωπικού μπορούσε να ανατεθεί σε άλλη κρατική πολιτική ή στρατιωτική υπηρεσία, όπως και έγινε με την πολιτική αεροπορία στην οποία εκπαιδεύτηκαν οι ενάγοντες. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο, εκτίμησε ότι από τις καταστάσεις της ΥΕΜΠΣ που προσκόμισαν οι ενάγοντες και περιλάμβαναν στοιχεία προ των πτήσεων (ημερομηνία, τύπο κωδικού, όνομα χειριστή, διατασσόμενη επιχείρηση) καθώς και στοιχεία μετά τις πτήσεις (ώρα απογείωσης, ώρα προσγείωσης, διάρκεια πτήσης) δεν προέκυπταν με σαφήνεια οι ώρες πτήσης ανά εξάμηνο, προκειμένου δε να υπολογίσει το ύψος του δικαιούμενου ένδικου επιδόματος, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, ως προς το ύψος του επιδόματος, προκειμένου το εναγόμενο Δημόσιο να προσκομίσει στο Δικαστήριο ατομικές βεβαιώσεις του Γραφείου Πτήσεων της Μονάδας ΕΜΠΣ, οι οποίες θα περιλαμβάνουν τον αριθμό των ωρών πτήσεων που πραγματοποίησαν ανά εξάμηνο οι ενάγοντες, για το αιτούμενο από καθέναν του διάστημα και έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας (ΥΕΜΠΣ), στο οποίο να υπολογίζεται το ποσό το οποίο, με βάση την υπ’ αριθμ. 2065439/5776/0022/1991 (ΦΕΚ Β’ 836) κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, δικαιούταν καθένας από τους ενάγοντες, κατά τα ανωτέρω διαστήματα, ενόψει των ωρών πτήσης ανά εξάμηνο, της κατηγορίας στην οποία ανήκαν (Β3) στην οποία αντιστοιχεί ο συντελεστής 7 και του βασικού μισθού του Σμηναγού.

7. Επειδή, σε εκτέλεση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης το εναγόμενο προσκόμισε στο Δικαστήριο 4 βεβαιώσεις της Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος. Ειδικότερα, από την υπ’ αριθμ. 307 Φ.1005.3/16-6-2011 βεβαίωση προκύπτει ότι ο Επιπυραγός Ν.Κ. πραγματοποίησε: από 19-11 έως 31-12-2001 17:10 ώρες πτήσεις, στις οποίες αντιστοιχεί ένδικο επίδομα ακαθάριστου ποσού 837,90 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2002 57:15 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί,  ακαθάριστο επίδομα 5.865,46 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2002 46:35 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο επίδομα, ύψους 5.865,46 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2003 41:55 ώρες στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο επίδομα 6.064,88 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2003 35:50 ώρες, με ακαθάριστο επίδομα 6.064,88 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2004 00:30 ώρες και επίδομα 104,21 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2004 9:25 ώρες και ακαθάριστο επίδομα 1.962,71 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2005 76:15 ώρες και επίδομα 6.446,73 ευρώ και από 1-7   έως 31-12-2005 108:25 ώρες και ακαθάριστο επίδομα 6.446,73 ευρώ. Από την υπ’ αριθμ. 305 Φ.1005.3/16-6-2011 βεβαίωση της ίδιας υπηρεσίας προκύπτει ότι ο Πυρονόμος Χ.Δ. πραγματοποίησε: από 19-11 έως 31-12-2001 7:50 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί πτητικό επίδομα ακαθάριστου ποσού 382,34 ευρώ, από  1-1  έως 30-6-2002 59:00 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο  ποσό  ύψους  5.865,46  ευρώ,  από   1-7 έως 31-12-2002 πραγματοποίησε 52:55 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 5.865,46 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2003 47:30 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχούν 6.064,88 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2003 23:40 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί το ποσό των 4.784,52 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2004 2:50 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 590,55 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2004 8:10 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 1.702,18 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2005 68:25 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχούν ακαθάριστες αποδοχές ύψους 6.446,73 ευρώ και από 1-7 έως 31-12-2005 127,40 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο επίδομα ύψους 6.446,73 ευρώ. Από την υπ’ αριθμ. 306 Φ.1005.3/16-6-2011 βεβαίωση της ίδιας υπηρεσίας προκύπτει ότι ο Επιπυραγός Σ.Τ. πραγματοποίησε: από 19-11 έως 31-12-2001 12:45 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί πτητικό επίδομα ακαθάριστου ποσού 622,32 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2002 63:20 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο ποσό ύψους 5.865,46 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2002 49:50 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 5.865,46 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2003 38:50 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχούν 6.064,88 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2003 59:30 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί το ποσό των 6.064,88 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2004 10:35 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 2.205,88 ευρώ, από 1-7 έως 31-12-2004 7:05 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν 1.476,38 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2005 87:40 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο επίδομα ύψους 6.446,73 ευρώ και από 1-7 έως 31-12-2005 πραγματοποίησε 125,05 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί επίδομα ακαθάριστου ποσού 6.446,73 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με την υπ’αριθμ. 304 Φ.1005.3/16-6-2011 βεβαίωση της Υ.Ε.Μ.Π.Σ. ο Αντιπύραρχος Γ.Α. από 28-1-2003 έως 30-6-2003 δεν πραγματοποίησε ώρες πτήσης, ενώ από 1-7 έως 31-12-2003 πραγματοποίησε 31:15 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί επίδομα ακαθάριστου ποσού 6.064,88 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2004 δεν πραγματοποίησε πτήσεις, από 1-7 έως 31-12-2004 πραγματοποίησε 11:35 ώρες, στις οποίες αντιστοιχούν ακαθάριστα ποσά 2.414,31 ευρώ, από 1-1 έως 30-6-2005 πραγματοποίησε 75:00 ώρες πτήσης, στις οποίες αντιστοιχεί επίδομα ακαθάριστου ποσού ύψους 6.446,73 ευρώ και από 1-7 έως 31-12-2005 πραγματοποίησε 169,40 ώρες, στις οποίες αντιστοιχεί ακαθάριστο ποσό επιδόματος ύψους 6.446,73 ευρώ.

8. Επειδή, ενόψει αυτών, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πρώτος ενάγων Ν.Κ., για τα εξάμηνα που πραγματοποίησε άνω των 30 ωρών πτήσεις, όπως αυτά προκύπτουν από την προαναφερθείσα βεβαίωση, δηλαδή από 1-1 έως 30-6-2002, 1-7 έως 31-12-2002, 1-1 έως 30-6-2003, 1-7 έως 31-12-2003, 1-1 έως 30-6 2005 και 1-7 έως 31-12-2005, κρίνει ότι δικαιούται συνολικά το ακαθάριστο ποσό των 36.754,14 ευρώ (5.865,46 + 5.865,46 + 6.064,88 + 6.064,88 + 6.446,73 + 6.446,73) κατά το εν μέρει βάσιμο αίτημα της αγωγής. Ο δεύτερος ενάγων Χ.Δ., για τα εξάμηνα που πραγματοποίησε άνω των 30 ωρών πτήσεις, δηλαδή από 1-1 έως 30-6-2002, 1-7 έως 31-12-2002, 1-1 έως 30-6-2003, 1-1 έως 30-6-2005 και 1-7 έως 31-12-2005 δικαιούται συνολικά το ακαθάριστο ποσό των 30.689,26 ευρώ (5.865,46 + 5.865,46 + 6.064,88 + 6.446,73 + 6.446,73) κατά το εν μέρει βάσιμο αίτημα της αγωγής. Ο τρίτος ενάγων Σ.Τ., για τα εξάμηνα που πραγματοποίησε άνω των 30 ωρών πτήσεις, δηλαδή από 1-1 έως 30-6-2002, 1-7 έως 31-12-2002, 1-1 έως 30-6-2003, 1-7 έως 31-12-2003, 1-1 έως 30-6-2005 και 1-7 έως 31-12-2005, δικαιούται συνολικά το ακαθάριστο ποσό των 36.754,14 ευρώ (5.865,46 + 5.865,46 + 6.064,88 + 6.064,88 + 6.446,73 + 6.446,73) κατά το εν μέρει βάσιμο αίτημα της αγωγής. Τέλος, ο τέταρτος ενάγων Γ.Α. για τα εξάμηνα από 1-7 έως 31-12-2003, από 1-1 έως 30-6-2005 και από 1-7 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε άνω των 30 ωρών πτήσης, δικαιούται συνολικά το ακαθάριστο ποσό των 18.958,34 (6.064,88 + 6.446,73 + 6.446,73) ευρώ, κατά το εν μέρει βάσιμο αίτημα της αγωγής. Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, από την επίδοση της αγωγής (23-10-2006) σύμφωνα με το σχετικό αποδεικτικό της επιμελήτριας  δικαστηρίων Ασπασίας Παπακωνσταντίνου. Και τούτο διότι, όπως έχει   κριθεί νομολογιακά (ΣτΕ 1663/2009 Ολομ., 3098, 3713/2010) η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου κατά το μέρος που ορίζει το νόμιμο και της υπερημερίας τόκο κάθε οφειλής του Δημοσίου σε 6% ετησίως, καθόσον θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους τους, για τους οποίους το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου υπερημερίας και του νόμιμου επιτοκίου ήταν σημαντικά υψηλότερο από το πιο πάνω ποσοστό, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στη διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, ως εκ τούτου, δεν είναι εν προκειμένω εφαρμοστέα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι υφίσταται κάποιος λόγος δημόσιου συμφέροντος που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, ούτε το Δημόσιο επικαλείται, άλλωστε, την ύπαρξη τέτοιου λόγου (ΣτΕ 1663/2009 Ολομ, 1060/2009, 802/2007, πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Λάρκος κατά Κύπρου, 18.2.1999, παρ. 31, αντίθ. ΣτΕ 1620/2011), καθόσον τέτοιο λόγο δεν συνιστά το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου.

9.        Επειδή, το αίτημα των εναγόντων να κηρυχθεί η απόφαση αυτή προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, αφού η παρούσα απόφαση που εκδίδεται κατόπιν εφέσεως είναι τελεσίδικη (άρθρο 199 του ΚΔιοικΔικ. σχετ. και το άρθρο 1 του ν. 3068/2003 – ΦΕΚ. Α’. 274) αποτελεί δε τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με το άρθρο 199 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.

10.      Επειδή, κατακολουθίαν, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ανωτέρω ακαθάριστα ποσά με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, από την επίδοση της αγωγής και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατ’άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δικάζοντας επί της από 30-12-2005 αγωγής. Δέχεται εν μέρει αυτήν.

Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθέναν από τους πρώτο και τρίτο ενάγοντα το ακαθάριστο ποσό των 36.754,14 €, στον δεύτερο από αυτούς το ακαθάριστο ποσό των 30.689,26 € και στον τέταρτο από αυτούς το ακαθάριστο ποσό των 18.958,34 € με το νόμιμο επιτόκιο που ισχύει για τους ιδιώτες, από την επίδοση της αγωγής (23-10-2006) έως την πλήρη εξόφληση της.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2011 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 15 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                              Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu