Πλειστηριασμοί & Οικονομική Κρίση: Πέφτουν οι τιμές για να παραμείνει αποτελεσματική η αναγκαστική εκτέλεση (πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις)

Η οικονομική κρίση και οι λοιπές συνέπειες εφαρμογής της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης που επιτάσσουν οι συμφωνίες της Χώρας στα πλαίσια των μνημονίων φυσικό ήταν ότι θα έπλητταν και τις προσπάθειες των απανταχού δανειστών να εισπράξουν τις απαιτήσεις που διατηρούν κατά των οφειλετών τους μέσω πλειστηριασμού των ακινήτων των τελευταίων. Η αλήθεια μάλιστα είναι ότι  τα τελευταία 2-3 περίπου χρόνια πολλοί πλειστηριασμοί ακινήτων έχουν κυριολεκτικά «βαλτώσει», αφού σπάνια βρίσκεται κάποιος ενδιαφερόμενος πλειοδότης, που να έχει και την ανάλογη ρευστότητα, για να αποκτήσει ακίνητο από πλειστηριασμό. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση στην τελική ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος μάλιστα είναι εξαιρετικά πιθανό να έχει ήδη διανύσει ένα μακρόχρονο δικαστικό αγώνα μέχρι να έχει στα χέρια του μια εκτελεστή δικαστική απόφαση (λόγω της γνωστής καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης, για την οποία η χώρα μας έχει καταδικασθεί άπειρες φορές από το ΕΔΔΑ).

Εξαιτίας των παραπάνω συνθηκών, όλο και περισσότερες είναι οι αιτήσεις που κατατίθενται στα κατά τόπους αρμόδια Πρωτοδικεία με αίτημα την περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς (δηλαδή της ελάχιστης τιμής που μπορεί να αγοράσει κάποιος επίδοξος πλειοδότης το ακίνητο στον πλειστηριασμό), όταν ήδη έχουν αποβεί άκαρποι δύο συνεχόμενοι πλειστηριασμοί του ιδίου ακινήτου. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ανάγκη εκ νέου προσφυγής στη δικαιοσύνη για τον ήδη δικαιωθέντα δανειστή έναντι του οφειλέτη του (σημειώνουμε ότι ο εν λόγω «δανειστής» δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντα η «κακή» τράπεζα, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι ο εργαζόμενος που «κυνηγάει» τον εργοδότη του για 5-6 χρόνια μέχρι να αποκτήσει τελεσίδικη απόφαση και δεν έχει εισπράξει ούτε ευρώ από δεδουλευμένες απαιτήσεις που πάνε ακόμα και μια 10ετία πίσω) προκαλεί περαιτέρω έξοδα, τα οποία προστίθενται στα ήδη σωρευμένα και αυξανόμενα έξοδα πλειστηριασμού (ας σημειώσουμε ότι τα ελάχιστα έξοδα για έναν πλειστηριασμό ενός «μέτριου» ακινήτου κινούνται στα πέριξ των 1.000 €), εξαιτίας ακριβώς της ανάγκης να ξαναγίνει ο πλειστηριασμός τουλάχιστον ακόμα μια φορά, ούτως ώστε να υπάρχουν οι δύο άκαρπες προσπάθειες που απαιτεί ο ΚΠολΔ ώστε να νομιμοποείται ο δανειστής να ζητήσει μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς.

Στην περίπτωση όμως που η μείωση μεν γίνει από το δικαστήριο, δεν είναι όμως τόσο αποφασιστική, ώστε να είναι τουλάχιστον πιθανότερο, αντικειμενικά, σύμφωνα με τις τρέχουσες συνθήκες της οικονομίας και της αγοράς ακινήτων, ότι θα εμφανισθεί κάποιος πλειοδότης που θα δώσει τα (λιγότερα) χρήματα για να πάρει το ακίνητο, τότε πλέον ξεκάθαρα υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο δανειστής να πάρει καν τα οφειλόμενα με εκτελεστή δικαστική απόφαση χρήματά του, αφού τα έξοδα των επαναλαμβανομένων πλειστηριασμών πλέον θα έχουν τετραπλασιασθεί και επειδή αυτά είναι εκ του νόμου τα πρώτα που εξοφλούνται από το πλειστηρίασμα (τα χρήματα που δίνει δηλαδή ο πλειοδότης), το υπόλοιπο που μένει είναι πολύ πιθανό να μην αρκεί για να καλύψει την απαίτηση του δανειστή ή τις απαιτήσεις αυτού και άλλων δανειστών του ιδίου οφειλέτη που, κατόπιν αναγγελίας των απαιτήσεών τους, έχουν δικαίωμα να λάβουν και αυτοί χρήματα από το πλειστηρίασμα.

Λαμβάνοντάς υπόψη τα παραπάνω, τα δικαστήρια ήδη έχουν αρχίσει να προσαρμόζουν την κρίση τους επί τέτοιων υποθέσεων, αφενός δεχόμενα πολύ δυσκολότερα πλέον αιτήσεις (ανακοπές) του οφειλέτη ή και τρίτων πιστωτών του για αύξηση της τιμής εκτίμησης κατασχεθέντος ακινήτου, οι οποίες ουκ ολίγες φορές γίνονται από τον οφειλέτη εντελώς καταχρηστικά, μόνο και μόνο για παρακώλυση της διαδικασίας, αφετέρου αποφασίζουν τη δραστική μείωση τιμής πρώτης προσφοράς εκπλειστηριαζομένων ακινήτων, ακόμα και κάτω από την αντικειμενική τους αξία, με το σκεπτικό ότι, ναι μεν η οικονομική κρίση υφίσταται, αλλά θύματα αυτής είναι όλοι (δανειστές και οφειλέτες) και τελικά πρέπει και οι δανειστές να προστατεύονται κατά τη διαδικασία εκτέλεσης, υπό την έννοια ότι πρέπει κάποια στιγμή, ακόμα και εν μέσω κρίσης, να ολοκληρωθεί αποτελεσματικά η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που τους δικαιώνει.

Οι παρακάτω δυο αποφάσεις (στη μόρφωση της κρίσης των οποίων συμμετείχε η συνεργάτης δικηγόρος του γραφείου μας Β. Αλιμπέρτη) αφορούν την ίδια υπόθεση και παρατίθενται κατά την ακριβή χρονική αλληλουχία εκδόσεώς τους. Στην μεν πρώτη απορρίπτεται αίτημα πιστώτριας του οφειλέτη τράπεζας για αύξηση της τιμής εκτίμησης του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου του, στη δε δεύτερη μειώνεται δραστικά η τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου ακριβώς με το σκεπτικό ότι η οικονομική κρίση δεν μπορεί να ακυρώνει την αποτελεσματικότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τελικά αυτής της ίδιας της απονομής δικαιοσύνης. Αμφότερες οι αποφάσεις διακρίνονται για το άρτιο σκεπτικό τους, κάτι που δείχνει δικαστές σε πλήρη επαφή με την σύγχρονη πραγματικότητα και την καθημερινότητα.

Α. Κυριακίδης

[Απόφαση 1]

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1482/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικόλαο Τσιρώνη, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίστηκε μετά από κλήρωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 στοιχ. Ι’ του νόμου 1756/1988 που προστέθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του νόμου 3327/2005.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στον Πειραιά, στις 16 Μαρτίου 2012, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «Α.Τ.Α.Ε» και με το διακριτικό τίτλο «A» η οποία έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται σύμφωνα με το νόμο, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Ηλίας Σμυρνιώτης.

Των καθ’ ων η ανακοπή, α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία N. και το διακριτικό τίτλο (N. ΑΕ), η οποία εδρεύει στο Κ. Αττικής (ιχθυόσκαλα Κ.) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Βασιλική Αλιμπέρτη, β) του Δ.Π. του Π., κατοίκου Ν. Αττικής, οδός Β., αριθμ. …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ανακόπτουσα, ζητεί, να γίνει δεκτή η από 7/3/2012 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 1431/2012 και προσδιορίστηκε για την ως άνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανακόπτουσα τράπεζα, με την κρινόμενη ανακοπή της, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ζητεί να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. 2787/21-9-2011 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ευσταθία Γ. Μίλεση, καθώς επίσης και η με αριθμό 2798/14-2-2012 Α’ Επαναληπτική Περίληψη αυτής, της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, με την οποία εκτίθεται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 21/3/2012 το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί ακινήτου του δεύτερου των καθ’ ων, με επίσπευση της πρώτης εξ αυτών, επί του οποίου η ίδια έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της, ποσού 110.000 ευρώ από χορήγηση πιστώσεως στον καθ’ ου ο πλειστηριασμός, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του και η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερες από την αναφερόμενη στην άνω έκθεση.

Η ανακοπή, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου αυτού Δικαστηρίου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ., 954 παρ. 4, 933 του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 954 παρ. 4 και 993 – 999 του ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να ερευνηθεί κατά την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της πρώτης των καθ’ ων, Π. Γ., καθώς και τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι νόμιμα πιθανολογήθηκαν τα πιο κάτω πραγματικά περιστατικά: την 14/12/2011 δυνάμει της υπ’αριθμ. 2798/14-2-2012 Α’ Επαναληπτικής περιλήψεως, της υπ’ αριθμ. 2787/21-9-2011 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ευσταθία Γ. Μίλεση, εκτίθεται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί ακινήτου του δεύτερου των καθ’ ων η ανακοπή, με επίσπευση της πρώτης εξ αυτών και ειδικότερα ενός διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με στοιχείο (Β-1) σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, στο Δήμο Ν., στον προσφυγικό συνοικισμό Κ.Β., ήδη Δήμου Ν.Α.Ι.Ρ. Αττικής, επί της διασταύρωσης των οδών Β., επί της οποίας φέρει τον αριθμό … και Α., επί της οποίας φέρει τον αριθμό …, εμφαίνεται δε στο υπ’ αριθμ. … τετράγωνο και έχει έκταση … τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση … τμ. Το επίδικο διαμέρισμα εμφαίνεται στην κάτοψη του Β’ ορόφου του από Δεκεμβρίου 1991 σχεδιαγράμματος του Αρχιτέκτονα – Μηχανικού Κώστα Δρακόπουλου, το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. 13343/1991 συμβόλαιο της Συμβ/φου Πειραιά Ελένης Διώνη – Κουρτίδου. Το ως άνω διαμέρισμα καθώς και όλη η οικοδομή έχουν υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, δυνάμει του ως άνω συμβολαίου, το οποίο έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο … με αριθμό …. Το ως άνω ακίνητο, περιήλθε κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στον δεύτερο των καθ’ ων δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2911/31- 12-1993 πράξης γονικής παροχής του Συμβ/φου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου. Με την ήδη αναφερθείσα έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και την Α’ Επαναληπτική περίληψη αυτής το ως άνω ακίνητο εκτιμήθηκε, κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, στο ποσό των 40.250 ευρώ, ενώ ορίστηκε ως τιμή πρώτης προσφοράς το αυτό ως άνω ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία αυτού. Το ως άνω ακίνητο, είναι σε καλή θέση με σχετικά καλή συγκοινωνία, ωστόσο, βρίσκεται σε πολυκατοικία κτισμένη πλέον της εικοσαετίας. Πέραν του ως άνω γεγονότος, ο επίδικος πλειστηριασμός αφορά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, το οποίο αφενός, υπόκειται της αξίας του συνόλου δικαιώματος επί του ακινήτου, αφετέρου αποτελεί αποτρεπτικό λόγο προσέλευσης πλειοδοτών. Συνεπεία των ανωτέρω, δεν πιθανολογείται η αξία του ανέρχεται σε ποσό, πλέον της εκτιμηθείσας από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν επηρεάζεται δυσμενώς η θέση της ανακόπτουσας ούτε τίθενται σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά της. Τούτο, δε, διότι είναι κοινώς γνωστή η οικονομική κρίση που έχει ενσκήψει και η οποία έχει οδηγήσει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο τούτο λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) σε δραστικό περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών που κατοικούν στην ελληνική επικράτεια, αλλά και σε διόλου ευκαταφρόνητη αποκλιμάκωση της αξίας των ακινήτων που αναμένεται μάλιστα να κορυφωθεί κατά τους επόμενους μήνες του έτους. Τούτο το γεγονός οδηγεί στη βάσιμη πιθανολόγηση ότι θα παρουσιαστεί το φαινόμενο της απροθυμίας εμφάνισης ενδιαφερομένων για να πλειοδοτήσουν – όπως τούτο πιθανολογείται, ενόψει και της εκδήλωσης στις σημερινές διαστάσεις της, αλλά και της πιθανολογούμενης κλιμάκωσής της κατά τους αμέσως επόμενους μήνες, της πρωτοφανούς και πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνει και θα βιώνει η ελληνική κοινωνία για χρονικό διάστημα που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αυτή τη στιγμή με ακρίβεια, σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορίζοντας εξόδου από την κρίση υπολογίζεται με χρονικούς όρους κάποιων ετών και όχι ορισμένων μηνών – εάν το Δικαστήριο, αποδεχόμενο την κρινόμενη ανακοπή ως βάσιμη κατ’ ουσία, προβεί στη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης του πιο πάνω αναφερόμενου επί του ακινήτου δικαιώματος και στον προσδιορισμό της αξίας του και της τιμής πρώτης προσφοράς γι’ αυτό, σε ποσά υψηλότερα από εκείνα που ορίστηκαν με την ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Προς επίρρωση της πιο πάνω κρίσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός, ο οποίος αρχικά είχε προσδιοριστεί για τις 18/1/2012 ματαιώθηκε, ελλείψει εμφάνισης πλειοδότη (βλ. την υπ’ αριθμ. 67151/18-1-2012 έκθεση ματαίωσης πλειστηριασμού της Συμβ/φου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου – Λαγιανδρέου. Η προκύπτουσα δε, από την υπ’ αριθμ. 165424/2010 έκθεση της τεχνικής υπηρεσίας της καθ’ ης, αξία του επίδικου ακινήτου, αφενός αφορά το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, επί του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου ανάγεται σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχαν επέλθει ακόμη οι συνέπειες της σοβαρής οικονομικής κρίσης που ενέσκυψε στη χώρα κατά τα ανωτέρω και έχει προκαλέσει σοβαρή απαξίωση της εμπράγματης ιδιοκτησίας. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των καθ’ ων, κατόπιν σχετικού αιτήματος της (άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), βαρύνουν την ανακόπτουσα, κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επιβάλει σε βάρος της ανακόπτουσας, την δικαστική δαπάνη της πρώτης των καθ’ ων, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ΕΥΡΩ (250 €).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους, στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                        Για τη δημοσίευση

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

[Απόφαση 2]

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 2195/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ηλία Γιαρένη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε μετά από κλήρωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 στοιχ. I’ του νόμου 1756/1988 που προστέθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του νόμου 3327/2005.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στον Πειραιά, στις 27 Απριλίου 2012, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «N. Ι. Α.Ε.» και με το διακριτικό τίτλο «N.Α.Ε.», η οποία έχει την έδρα της στο Κ. Αττικής και εκπροσωπείται συμφωνά με το νόμο, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια Δικηγόρος της Βασιλική Αλιμπέρτη.

Του καθ’ ου η αίτηση Δ. Π. του Π., κάτοικου Ν. Αττικής, ο οποίος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το έκθεμα δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29 Μαρτίου 2012 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2119/2-4-2012 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφερεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζητηση της υπόθεσης η πληρεξούσια Δικηγόρος της αιτούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την έκθεση επίδοσης με τον αριθμό 4557-γ/11-4-2012 του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σταθόπουλου, την οποία -έκθεση- προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη συζήτηση της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον καθ’ ου η αίτηση. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του εκθέματος και, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών και ο καθ’ ου η αίτηση [πρβλ. άρθρα 696 παρ. 1 και 699 του ΚΠολΔ – ότι η ερημοδικία του διαδίκου στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν επιφέρει δυσμενείς γι’ αυτόν δικονομικές συνέπειες, διότι αυτές συνδέονται αποκλειστικά με το συζητητικό σύστημα που, όμως, δεν ισχύει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, βλ. Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα (Κράνης), ΚΠολΔ II (2000), άρθρο 690 αριθ. 2, σελ. 1345, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση (κατ’ άρθρο), τέταρτος τόμος, 1996, άρθρο 690 αριθ. 9, σελ. 86, όπου και άλλες παραπομπές].

Η αιτούσα, με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, το οποίο ανήκει κατά την ψιλή κυριότητα στον καθ’ ου η αίτηση και περιγράφεται στην κρινόμενη αίτηση, ζητεί να διαταχθεί η διενεργεια νέου (τρίτου) πλειστηριασμού με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς από εκείνη που έχει οριστεί, για το λόγο ότι έχουν προηγηθεί δυο πλειστηριασμοί, κατά τους οποίους εκτέθηκε το ακίνητο αυτό, χωρίς, ωστόσο, να λάβει χώρα η κατακύρωση, διότι δεν εμφανίστηκε κανένας πλειοδότης, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται ειδικότερα στην κρινόμενη αίτηση.

Με το προαναφερόμενο ιστορικό και τα αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως και παραδεκτα εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο τούτο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ), περαιτέρω, δε, κρίνεται νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1 και παρ. 2 και 966 παρ. 1. παρ. 2 και παρ. 3 του ΚΠολΔ (αναλόγως εφαρμοζόμενες οι τελευταίες αυτές διατάξεις του άρθρου 966 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη διαταγή του άρθρου 1003 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί στη συνέχεια η κρινόμενη αίτηση ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Απο την ένορκη βεβαίωση με τον αριθμό 1027/26-4-2012 της μάρτυρα απόδειξης Ε. Μ. του Γ. και της Κ. που δόθηκε στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Καμακάρη και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που η αιτούσα νομότυπα προσκομίζει και επικαλείται, πιθανολογούνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της αιτούσας, για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων που διατηρεί σε βάρος του καθ’ου η αίτηση, με εκτελεστό τίτλο τη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 18062/2011 και σύμφωνα μιε την απο 1-9-2011 επιταγή για πληρωμή του συνολικού ποσού των 17.394,43 ευρώ που επιδόθηκε στις 5-9-2011 στον οφειλέτη κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο του προαναφερόμενου εκτελεστού τίτλου, κινείται διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, με την εκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας με τον αριθμό 2787/21-9-2011 της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευσταθίας Μίλεση κατασχέθηκε το ακίνητο που περιγράφεται στην έκθεση αυτή [αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζοντια ιδιοκτησία – διαμέρισμα με τα στοιχεία Β-1 του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί μέσα σε οικόπεδο που βρίσκεται στο Δήμο Ν. – Α. Ι. Ρ. Αττικής, στη διασταύρωση των οδών Β., στην οποία φέρει τον αριθμό … και Α., στην οποία φέρει τον αριθμό …, επιφανείας -του οικοπέδου- … τετραγωνικών μέτρων, αποτελείται, δε, το διαμερισμια αυτο από … και έχει επιφάνεια … τετραγωνικά μέτρα] και ανήκει στον καθ’ου η αίτηση κατά την ψιλή κυριότητα, ενώ με την περίληψη, με τον αριθμό 2789/4-10-2011, της προαναφερόμενης εκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευσταθίας Μίλεση, εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το ακίνητο αυτο που ορίστηκε να διενεργηθεί στις 18 Ιανουαρίου 2012, η τιμή πρώτης προσφοράς, δε, γι’ αυτό ορίστηκε στο ποσό των 40.250 ευρώ, ενώ η αξια του εκτιμήθηκε ομοίως στο ποσό των 40.250 ευρώ. Κατά την ημέρα εκείνη ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, επειδή δεν εμφανίστηκε κανένας πλειοδότης (βλ. την έκθεση ματαίωσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου με τον αριθμό 67151/18-1-2012 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Λαγιανδρέου, ως αναπληρώτριας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου). Με την πρώτη επαναληπτική περίληψη, με τον αριθμό 2798/14-2- 2012, της προαναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευσταθίας Μίλεση, ορίστηκε νέα ημέρα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, η 21η Μαρτίου 2012. Κατά την ημέρα εκείνη ο (δεύτερος) πλειστηριασμός επίσης ματαιώθηκε, επειδή δεν εμφανίστηκε κανένας πλειοδότης (βλ. την έκθεση ματαίωσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου με τον αριθμό 67433/21-3- 2012 του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Τριανταφυλλάκη, ως ανα πληρωτή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου Λαγιανδρέου). Από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων πιθανολογείται, κατα την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η απροθυμία που επιδεικνύουν οι ενδιαφερόμενοι να πλειοδοτήσουν και η ματαίωση του πλειστηριασμού στις 18 Ιανουαρίου 2012 και στις 21 Μάρτιοι 2012 (δηλαδή, για δύο φορές) επειδή δεν εμφανίστηκε κανένας πλειοδότης, σχετίζεται με το γεγονός ότι η εκτίμηση της αξίας του ακίνητου που εκτίθεται στον πλειστηριασμό, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία του, αλλά είναι μιεγαλύτερη από αυτή (αγοραία αξία), γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς τη θέση της αιτούσας και θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά της, περαιτέρω, δε, πιθανολογειται ότι η πρανματική αξία του ακινήτου αυτού, ενόψει της θέσης, της παλαιότητας, της ποιότητας κατασκευής και της εν γένει κατάστασής του, σε συνδυασμιο με το γεγονός ότι πρόκειται για το εμιπράγμιατο δικαίωμια της ψιλής κυριότητας, μόνο, του ακινήτου, ενώ ο επικαρπωτής (πατέρας του καθ’ου η αίτηση) δεν είναι πολυ μεγάλης ηλικίας (έχει γεννηθεί το έτος 1935), ανέρχεται στο ποσό των 27.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 40.250 ευρώ, όπως εσφαλμένα -εκ του πράγματος και από τις συνθήκες της αγοράς και των συναλλαγών προκύπτει ότι- εκτιμήθηκε η αξία του, ενώ και η τιμή πρώτης προσφοράς γι’ αυτό, πρεπει να οριστεί στο ποσό των 18.000 ευρω, δηλαδή στα 2/3 της προαναφερόμενης αξίας του (πρβλ. άρθρο 954 παρ. 2 εδ. γ του ΚΠολΔ) και όχι στο ποσό των 40.250 ευρώ. Στο σημείο τούτο είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι το ποσό αυτό (δηλαδή, η τιμή πρώτης προσφοράς) είναι δυνατό να οριστεί από το Δικαστήριο τούτο σε ποσό που είναι μιικρότερο από την αξια του ακινήτου, όπως αυτή ευρίσκεται αντικειμενικά για τον υπολογισμο του φόρου μεταβίβασης, χωρίς αυτό να προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 995 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ (εδάφιο που προστέθηκε μιε το άρθρο 2 του νόμιου 3714/2008), σύμφωνα μιε την οποία ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμιό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα μιε τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του νόμου 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α’), όπως εκάστοτε ισχυουν και των κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’εξουσιοδοτηση αυτών, δεδομένου ότι, κατα την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, με τις διατάξεις του νόμου 3714/2008 δεν θίγεται η διάταξη του άρθρου 966 του ΚΠολΔ (πρβλ. ΜΠρΣερ. 476/2009, Αρμ. 2009, 1391). Σε διαφορετική περίπτωση (αδυναμίας, δηλαδή, διάρρηξης προς τα κάτω της τιμής πρώτης προσφοράς για ακίνητο που εκτίθεται σε δημοσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, η οποία ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξια, σε περίπτωση ματαίωσης δυο τουλάχιστον πλειστηριασμών εξαιτίας της μιη προσελευσης πλειοδοτών), είναι προφανές ότι θα ελλόχευε ο κίνδυνος να μην τελεσφορήσει ποτε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή να μιην εκποιηθεί ποτέ το ακίνητο που εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και με τον τρόπο αυτό να μην ικανοποιηθούν ποτε οι δανειστες του καθ’ου η εκτέλεση, τα έννομα συμφέροντα των οποίων πρέπει επίσης να προστατεύονται -προδήλως, σε ανάλογη έκταση με εκείνα του καθ’ ου η εκτέλεση- στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αποδοχή της αποκρουσμένης άποψης (της αδυναμίας, δηλαδή, διάρρηξης προς τα κάτω της τιμής πρώτης προσφοράς για ακίνητο που εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, η οποία ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξια, σε περίπτωση ματαίωσης δύο τουλάχιστον πλειστηριασμών εξαιτίας της μη προσέλευσης πλειοδοτών) δεν οδηγεί σε ισορροπημένη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, στο πλαίσιο των επιταγών της έννομης τάξης, αλλά σε μονομερή και ολοκληρωτική προστασία των συμφερόντων του οφειλέτη (σε βάρος του οποίου πρακτικά δεν θα μπορεί ποτέ να τελεσφορήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων που έχουν επιδικαστεί σε βάρος του, ενόψει του ορισμού αλλεπάλληλων πλειστηριασμών που κάθε φορά θα ματαιώνονται, εξαιτίας της μη προσέλευσης πλειοδοτών), ενώ παραβλέπεται, από την άλλη πλευρά, εντελώς η ανάγκη για την αποτελεσματική παροχή έννομης προστασίας στο δανειστή που -πρέπει να- περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τη δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης, η οποία έχει επιδικαστεί υπέρ αυτου, μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ή, γενικότερα, του εκτελεστού τίτλου που έχει στη διάθεση του ο δανειστής. Εξάλλου, δεν θα πρεπει να παραβλέπεται ότι από ολόκληρο το πλέγμα των διατάξεων για την αναγκαστική εκτέλεση συνάγεται η βούληση του νομοθέτη να αποτελεί η διάταξη του άρθρου 966 του ΚΠολΔ την έσχατη λύση για την περαίωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν θα πρέπει να θεωρείται σε καμία περίπτωση εύλογο, ούτε ανεκτό από την έννομη τάξη, να παραμένει σε εκκρεμότητα στο διηνεκές με συνεχείς πλειστηριασμούς που δεν τελεσφορούν, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό αφενός μεν δεν θάλπει, αλλά φαλκιδεύει και καταστρατηγεί, τα έννομα συμφέροντα του δανειστή που επισπεύδει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφετέρου, δε, προκαλεί βλάβη και στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο μέτρο που ο τελευταίος διαρκώς επιβαρύνεται με νέα έξοδα εκτέλεσης, τα οποία μάλιστα αφαιρούνται πρώτα από το πλειστηρίασμα (βλ. ανάλογες σκέψεις στην ΜΠρΑλεξ. 1019/2009, ΕΦΑΔ 2010, 114). Για τους λόγους αυτούς, σε συνδυασμό με το γεγονός οτι σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση εκκρεμεί μια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με επίσπευση της αιτούσας, ήδη εδώ και επτά μήνες, ενώ στη διαδρομή του χρονικού αυτού διαστήματος έχουν προγραμματιστεί δύο πλειστηριασμοί, οι οποίοι έχουν ματαιωθεί εξαιτίας της μη προσέλευσης πλειοδοτών, το Δικαστήριο κρίνει οτι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. Εξάλλου, πρέπει να οριστεί νέα ημέρα πλειστηριασμού μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα ημερών (άρθρο 966 παρ. 3 του ΚΠολΔ), από την κατάθεση της απόφασης αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (- Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II (2000), άρθρο 966 αριθ. 8, σελ. 1864].

Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, κατόπιν σχετικού αιτήματος της (άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), βαρύνουν τον καθ’ου η αίτηση, ο οποίος ηττάται (άρθρο 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην του καθ’ ου η αίτηση.

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει την επανάληψη των γνωστοποιήσεων και δημοσιεύσεων.

Ορίζει νέα ημέρα πλειστηριασμού την 27η Ιουνίου 2012, ημιέρα Τετάρτη και ώρες από τις 4 το απόγευμα μέχρι τις 5 το απόγευμα, κατά την οποία θα εκτεθεί σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το ακίνητο που περιγράφεται στο σκίπτικό της απόφασης αυτής [αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία – διαμέρισμα  […], με τιμή πρώτης προσφοράς γι’αυτό, το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων ευρώ (18.000 €).

Καταδικάζει τον καθ’ ου η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους, στις 17 Μαΐου 2012.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Για τη δημοσίευση

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu