Η (μη) συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις μετά το Ν. 4072/2012

Με την παρ. 5 του άρθρου 326 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11.4.2012) το άρθρο 4 του Ν. 3068/2002 τροποποιήθηκε ως εξής:

«1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού.
Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης. Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου. Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο.
2. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. επιτρέπεται μετά την παρέλευση εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την πληρωμή ή στον εκπρόσωπο του Ν.Π.Δ.Δ.
3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.»

Εξάλλου, εγγυητική επιστολή είναι η έγγραφη επιβεβαίωση της βούλησης της Τράπεζας να εγγυηθεί για τον πρωτοφειλέτη ή κατ΄ εντολή του υπέρ τρίτου (στην προκειμένη περίπτωση υπέρ του Δημοσίου).

Με την εγγυητική επιστολή υπεισέρχεται η Τράπεζα στις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη και διασφαλίζει τον δανειστή έναντι ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος που είναι δυνατόν να υποστεί αποδεχόμενος συγκεκριμένη συναλλαγή.

Η εγγυητική επιστολή δεν είναι στιγμιαία συναλλαγή με την τράπεζα, αλλά λειτουργεί ως σύμβαση διαρκείας (όπως π.χ. το δάνειο). Τούτο στην πράξη σημαίνει ότι από την έκδοση εγγυητικής επιστολής απορρέουν για τον ιδιώτη που ζήτησε την εγγυητική επιστολή προκειμένου να εισπράξει από το δημόσιο τις τελεσιδίκως διαγνωσθείσες απαιτήσεις του, υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας, οι οποίες συνίστανται στην καταβολή, συνήθως ανά μήνα, προμήθειας προς την τράπεζα, η οποία κυμαίνεται ανά μήνα σε ποσοστό 0,12% έως 2,00% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής (πηγή: επίσημα τιμολόγια υπηρεσιών Εμπορικής Τράπεζας, Alphabank, Τράπεζας Κύπρου, όπως ίσχυαν την 8.9.2012).

Με την παραπάνω νομοθετική ρύθμιση για την συμμόρφωση (sic) της Διοίκησης στις τελεσίδικες (εκτελεστές) δικαστικές αποφάσεις δεν αντιμετωπίζεται καθόλου το ζήτημα της οικονομικής επιβάρυνσης που δημιουργείται για τον ιδιώτη, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης κατά του Δημοσίου, αφού αν ο ιδιώτης προχωρήσει στην έκδοση εγγυητικής επιστολής, ακόμα κι αν εισπράξει άμεσα από το δημόσιο το τελεσιδίκως επιδικασθέν ποσό (μαζί με τόκους), τελικά το ποσό που θα του απομείνει μετά από αυτή την «ιδιόμορφη» διαδικασία εκτέλεσης, θα είναι λιγότερο από αυτό που θα έπρεπε να έχει εάν η απόφαση εκτελείτο αυτοτελώς, χωρίς προϋποθέσεις, ακριβώς διότι ένα μέρος του ποσού που θα εισπράξει, αναγκαστικά θα πάει στην Τράπεζα ως υποχρέωση του ιδιώτη για την εγγυητική επιστολή που χορήγησε.

Αν μάλιστα κανείς σκεφθεί ότι η πορεία μιας υπόθεσης διοικητική δίκης από το τελεσίδικο (απόφαση Διοικητικού Εφετείου) έως το αμετάκλητο (απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας) διαρκεί συνήθως από 5 έως 10 έτη, τότε γίνεται κατανοητό ότι το ποσό που ο ιδιώτης θα κληθεί να καταβάλει προς την τράπεζα για την «εξυπηρέτηση» της έκδοσης εγγυητικής επιστολής είναι τόσο μεγάλο που πλέον καθιστά ασύμφορη την εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης και παντελώς αναποτελεσματική την δικαστική προστασία που υποτίθεται ότι του παράσχει μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Η παραπάνω ρύθμιση του Ν. 4072/2012 φρονούμε ότι παραβιάζει κατάφωρα πρωτίστως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει για τους ιδιώτες πολίτες των συμβεβλημένων κρατών τη «δίκαιη δίκη», στην οποία περιλαμβάνεται και η αποτελεσματική εκτέλεση της εκτελεστής απόφασης, τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται το δικαίωμα των ιδιωτών στην περιουσία τους, η οποία περιλαμβάνει τόσο την ακίνητη ιδιοκτησία, όσο και την κινητή περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι χρηματικές απαιτήσεις (πολλώ δε μάλλον οι τελεσιδίκως δικαστικώς διεγνωσμένες), το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, καθότι δεν υπάρχει ισότητα μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου, δεδομένου ότι για να εκτελέσει το Δημόσιο μια δικαστική απόφαση κατά του ιδιώτη δεν χορηγεί βεβαίως εγγυητική επιστολή και βεβαίως το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, καθότι πλήττεται το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του πολίτη έναντι του κράτους.

Η παραπάνω ρύθμιση του Ν. 4072/2012, αποτελεί το πλέον πρόσφατο «τέχνασμα» του κράτους για να αποφεύγει την κατά τα άλλα νομοθετικά κατοχυρωμένη συμμόρφωσή του σε τελεσίδικες – εκτελεστές αποφάσεις εναντίον του. Η συγκεκριμένη ρύθμιση μάλιστα υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκε κατόπιν των «μνημονίων», ένεκα της ανάγκης δημοσιονομικής εξυγίανσης (sic) και προστασίας της δημόσιας περιουσίας (sic – καθότι βεβαίως η δημόσια περιουσία κατά τα άλλα δεν κατασπαταλάται σε άσκοπες δαπάνες, βλ. τουαλέτες πρυτάνεων, υποβρύχια που γέρνουν, ολυμπιακές εγκαταστάσεις που αραχνιάζουν και πολλά άλλα…). Είναι σαφές ότι οι παραπάνω εξυπηρετούμενες ανάγκες αποτελούν απλά και μόνο μια πρόφαση! Το έργο το έχουμε ξαναδεί: πρώτα ήταν το νόμος περί δικών δημοσίου του 1944 και άλλα όμοια νομοθετήματα, μετά ήταν η απαγόρευση εκδόσεως διαταγών πληρωμών κατά του δημοσίου (και τα δύο παγίως κρίθηκαν αντισυνταγματικά νομοθετήματα και προκάλεσαν εξάλλου την καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ ουκ ολίγες φορές) και πλέον το νέο τέχνασμα λέγεται εγγυητική επιστολή…

Αναμένουμε εναγωνίως τις πρώτες δικαστικές κρίσεις επί της συνταγματικότητας της παραπάνω διάταξης και συμβατότητάς της με την ΕΣΔΑ.

Ενημέρωση (20.9.2013)

Απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (επί του παρόντος) έκρινε σύμφωνα με τη παραπάνω άποψή μας αντισυνταγματικές τις τροποποιημένες διατάξεις του Ν. 3068/2002. Παραθέτουμε παρακάτω το κείμενό της:

ΕιρΑθ 6436/2012
Εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου – Υποχρέωση κατάθεσης ισόποσης εγγυητικής επιστολής – Αμετάκλητες αποφάσεις – Επιτόκιο οφειλών Δημοσίου – Προνόμια Δημοσίου – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης – Αρχή ισότητας – Ανακοπή για την ακύρωση διαταγής πληρωμής – Συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου -.
 
Επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου και των λοιπών νπδδ στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμιά του για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, βάσει των εκτελεστών τίτλων που αναφέρονται στον Κ.Πολ.Δ. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη με την οποία προβλέπεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου είναι δυνατή μόνο δυνάμει αμετάκλητων αποφάσεων. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη με την οποία ο αντίδικος του Δημοσίου ιδιώτης οφείλει να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή τράπεζας υπέρ αυτού για τη διασφάλισή του, καθώς καθιερώνει προνόμιο μόνο υπέρ του Δημοσίου το οποίο δεν λειτουργεί αμφίπλευρα, δηλαδή και υπέρ των ιδιωτών, θεσπίζοντας προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών αντιδίκων του. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη που προβλέπειδιαφοροποιημένο προνομιακό υπέρ του Δημοσίου ύψος επιτοκίου.
 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Αριθμός 6436/2012

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, Παναγιώτα Μέντζα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5-9-2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
TOY ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια της δικαστικής αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ. Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Εταιρείας με την επωνυμία «… ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «… ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.» που εδρεύει στην Κάντζα Παλλήνης Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καταβάτη.

Το αιτούν  με την από 31.7.2012 αίτηση που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 12781/2012 της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησε όσα αναφέρονται σ΄ αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματά τους.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
σκέφτηκε κατά το νόμο.
Με την αίτηση που κρίνεται το αιτούν ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ζητεί να ανασταλεί η εις βάρος του επισπευδόμενη από την καθής εταιρεία αναγκαστική εκτέλεση με βάση την από 25.7.2012 επιταγή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αριθ. 18112/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας νόμιμα και εμπρόθεσμα ανακοπής, η οποία ορίστηκε για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την 22-10-2013 και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους.
Η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθ. 686 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 938 παρ.2,3 ΚΠολΔ), είναι νόμιμη (άρθρα 938 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και θα ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση των επικαλούμενων και προσκομισθέντων εγγράφων, των ισχυρισμών των διάδικων μερών και όλως γενικά τη διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα. Μετά από αίτηση της καθής εκδόθηκε η με αριθ. 18112/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία το αιτούν ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 18.084,15 €, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ΄ αυτήν 32 τιμολόγια πώλησης ιατρικών ειδών στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών συνολικής αξίας 18.084,15 €, 32 αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις – παραγγελιές του εν λόγω νοσοκομείου και την από 23.6.2010 έγγραφη βεβαίωσή του περί παραλαβής όλων των τιμολογίων και των πωληθέντων ιατρικών ειδών που αναφέρονται στα πιο πάνω 32 τιμολόγια. Κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής το αιτούν άσκησε την από 29.5.2012 ανακοπή ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (αρ. καταθ. 2802/5791/12) και την με αριθμό κατάθεσης καταθ. 9347/12 αίτηση αναστολής αυτής (διαταγής πληρωμής) για τους επικαλούμενους σε αυτήν λόγους επί της οποίας, συζητηθείσα την από 25-6-2012, εκδόθηκε η με αριθ. 4628/2012 απορριπτική απόφαση. Μετά ταύτα, το αιτούν άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την με αριθ. καταθ. 8670/12 ανακοπή, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί το με αριθ. 19835/ 3-4-12 α΄ εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθ. 18112/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου και της κάτωθι του απογράφου αυτού από 25-7-2012 επιταγής που κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών την 26-7-2012, ενώ με την υπό κρίση αίτηση ζητείται αναστολή αυτού μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της ανακοπής που ορίστηκε να συζητηθεί την 22-10-2013 για τους λόγους που επικαλείται.
Με τον πρώτο (1ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι οι διαδοχικές συμβάσεις μικρής χρονικής διάρκειας που αφορούν τα τιμολόγια βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή, έχουν το χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων προμηθειών πάσχουσες απολύτου ακυρότητας καθόσον καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής και του ΝΝΑ, το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας, χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία του άρθρου 79 ν. 2362/1995 (Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού) και του π.δ. 394/1996 ‘’Κανονισμός Προμηθειών Δημοσίου’’ με συνέπεια την ευθύνη των οργάνων του δημοσίου κατ΄ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και συνεπώς η ένδικη διαφορά είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη έτσι στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων και όχι των πολιτικών. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει ως ουσία βάσιμος, διότι εν προκειμένω οι 32 συμβάσεις αγοροπωλησίας που καταρτίσθηκαν με αντίστοιχες γραπτές προτάσεις-παραγγελίες της Διοίκησης του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών και αποδέχθηκε η καθής, τις οποίες και εκπλήρωσε, δεν είναι διοικητικές συμβάσεις, αλλά συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι η κατάρτιση και εκτέλεσή τους δεν διέπονται, ούτε και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου, ούτε περιέχουν όρους δημιουργούντες υπέρ του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρετικό καθεστώς σύμβασης, ιδίως της δυνατότητας μονομερούς επέμβασης σε αυτές και επιβολής κυρώσεων (ΟλΑΠ 8/2000ΕλΔικ 2000, 667 και 380/2001 ΕλΔικ 2002, 161).
Με τον δεύτερο (2ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του Συντάγματος δεν μπορεί να γίνει επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου χωρίς να διαγνωστούν προηγουμένως δικαστικώς οι ισχυρισμοί και οι αντιρρήσεις του καθού τόσον ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής, όσον προς την απαίτηση, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για διαταγή πληρωμής που δεν στηρίζεται σε τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση από την οποία και μόνον πηγάζει δεδικασμένο κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω και συνεπώς πάσχει ακυρότητας η αρξάμενη σε βάρος του αναγκαστική κατάσχεση. Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η καθής προσκόμισε στον αρμόδιο δικαστή μαζί με τα τιμολόγια και τις γραπτές προτάσεις – παραγγελίες και την από 23.6.2010 έγγραφη βεβαίωση του Ν.Ν.Α., σύμφωνα με την οποία παραλήφθηκαν από αυτό όλα τα ένδικα τιμολόγια και τα αγορασθέντα ιατρικά υλικά, φέρουσα η βεβαίωση εκ μέρους τούτου (Ν.Ν.Α) και επομένως του αιτούντος, τις υπογραφές και τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας του ΓΕΝ-ΝΝΑ. Έτσι δεν κρίνεται ότι πρόκειται περί μη αποδειχθεισών εγγράφως οφειλών.
Περαιτέρω στο κανονιστικό περιεχόμενο του καθιερωμένου από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 §1 της ΕΣΔΑ θεμελιώδους δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνεται, εκτός από την οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία και η αναγκαστική εκτέλεση, ως ισότιμη μορφή δικαστικής προστασίας και ως αναγκαία και αυτοτελής δικονομική προέκταση του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι αποκλειστικά ως προέκταση κάποιας διαγνωστική διαδικασίας. Έτσι, με τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες υπερισχύουν των διατάξεων του ν. 3068/2002, δεν κατοχυρώνεται απλώς η εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση, ως έκφανση, του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Αυτό έχει την έννοια ότι η αναγκαστική εκτέλεση, ως αντικείμενο του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, αφορά στην υποχρέωση της πολιτείας, όπως προς αποτροπή της αυτοδικίας, παρέχει με τα αρμόδια όργανά της, την προσήκουσα συνδρομή για τη λήψη των εξαναγκαστικών εκείνων μέτρων, ώστε να διαμορφωθεί η κατά νόμο αποκατάσταση κατά τρόπο που συνάδει, με το περιεχόμενο των ουσιαστικών αξιώσεων του εκτελεστού τίτλου. Είναι δε αδιάφορο αν η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με βάση εκτελεστό τίτλο που είναι δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή με βάση τους αναφερόμενους στα άρθρα 904 και 905 ΚΠολΔ, εκτελεστούς τίτλους, γιατί η έννομη τάξη δεν αρκεί να αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα, αλλά πρέπει να εξασφαλίζει και τον τρόπο αναγκαστικής ικανοποίησής τους, για την ύπαρξη του οποίου, καθώς και το περιεχόμενό του τα μέρη, σε περίπτωση αμφισβήτησης, μπορούν να προσφύγουν στη δικαστική διάγνωση, είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης. Συνεπώς επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου και των λοιπών ν.π.δ.δ., στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμια αυτού, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, βάσει των εκτελεστών τίτλων που αναφέρονται στον ΚΠολΔ (άρθρα 904, 905) (ΟλΑΠ 21/2001 ΕλΔικ43, 83, ΑΠ 23472009, ΕφΑθ 1837/2007). Επομένως και ο προαναφερθείς λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον τρίτο (3ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη διαφορά αφορά συμβάσεις προμήθειας ιατροφαρμακευτικού υλικού για τις ανάγκες του Ν.Ν.Α., έχουν όλα τα στοιχεία της διοικητικής σύμβασης υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και επομένως δεν μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Και ο λόγος αυτός, που συνάδει με το πρώτο παραπάνω αναφερόμενο λόγο, θα απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί, όπως αναφέρθηκε οι ένδικες συμβάσεις είναι ιδιωτικού δικαίου.
Με τον τέταρτο (4ο) λόγο ισχυρίζεται το αιτούν ότι η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω ελλείψεως διαδικαστικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένα ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η ένδικη οφειλή και συνεπώς η ανωτέρω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρ. 623 επ. ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η καθής προσκόμισε στο δικαστή που την εξέδωσε μόνο τα τιμολόγια και τα δελτία παραγγελίας και όχι και έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι υπογράψαντες αυτά (δελτία παραγγελίας) είχαν την εκ μέρους του εντολή και πληρεξουσιότητα. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι συναφής με μέρος του 2ου λόγου, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αβάσιμος για τον παραπάνω αναφερθέντα αντίστοιχο λόγο.
Ο πέμπτος (5ος) λόγος ανακοπής αναφέρεται στον ισχυρισμό περί ακυρότητας της συμβάσεως προμήθειας και των τιμολογίων και λοιπών εγγράφων του, επίσης είναι συναφής με το δεύτερο παραπάνω λόγο ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω καμία έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 έως 84 του Ν. 2362/1995 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ. 394/1996 περί προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες διέπουν τις προμήθειες ιατροφαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού. Και ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκομίσθηκαν και οι 32 διαδοχικές συμβάσεις που αφορούσαν αγορές ιατρικού υλικού αξίας κάτω του ποσού των 2.500 € του άρθρου 80 Ν. 2362/1995 η καθεμία, είναι δε έγγραφες συμβάσεις, των οποίων η κατάρτιση έγινε σε όλες τις περιπτώσεις με τις αντίστοιχες έγγραφες παραγγελίες της διοίκησης του ΝΝΑ, φέρουσες τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων κάτω από τη στρογγυλή σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας και την έκδοση των αντίστοιχων 32 παραστατικών από την καθής – προμηθεύτρια, αλλά και την από 23-6-2010 βεβαίωση παραλαβής όλων των τιμολογίων και των υλικών που αγοράσθηκαν και αποδεικνύει εγγράφως την αποδοχή των αντίστοιχων προτάσεων από μέρους της καθής και την εκπλήρωση όλων των διαδοχικών συμβάσεων.
Ο έκτος (6ος) λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1715/1951 που κατισχύει πάσης άλλης διάταξης, η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου είναι δυνατή μόνο δυνάμει αμετάκλητων αποφάσεων πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκήσει ως νόμωβάσιμος διότι η ανωτέρω διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (ΑΠ 2347/2009, ΕφΑθ 4488/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, Πολ. Πρωτ. Αθ. 3300/2011).
Με τον έβδομο (7ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3068/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 326 παρ. 5 του Ν. 4072/2012, η καθής οφείλει να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή τράπεζας υπέρ αυτού για τη διασφάλιση του (το οποίο δεν έπραξε). Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αντισυνταγματικός αφού αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει προνόμιο μόνο υπέρ του Δημοσίου, το οποίο δεν λειτουργεί αμφίπλευρα, δηλαδή και υπέρ των ιδιωτών, θεσπίζουσα έτσι προνομιακή μεταχείριση του κατά τεκμήριο ισχυρότερου από κάθε άποψη Δημοσίου, η οποία συνεπάγεται αυθαίρετη μεταχείριση υπέρ αυτών-ιδιωτών και εν προκειμένω της καθής (ΕφΑθ 4488/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).
Με τον όγδοο (8ο) λόγο ανακοπής ισχυρίζεται το αιτούν ότι το κονδύλιο των τόκων στη διαταγή πληρωμής είναι αόριστο διότι δεν αναγράφεται για κάθε τιμολόγιο το αιτούμενο κονδύλιο τόκων, ως προς το οποίο δεν προσδιορίζεται ούτε η ημερομηνία έναρξης της τοκοφορίας ούτε και η λήξη του. Επίσης στον ίδιο λόγο ισχυρίζεται ότι δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση (επίδικες συμβάσεις) το π.δ. 166/2003 καθόσον δεν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές και ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμο το αιτούμενο κονδύλιο τόκων, σε κάθε δε περίπτωση ο τόκος ανέρχεται σε 6 % βάσει του άρθρου 21 του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου. Ο λόγος αυτός δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει, καθόσον μεν αναφέρεται στο σκέλος της αοριστίας των τόκων διότι από το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και των εγγράφων που προσκομίσθηκαν κατά την έκδοσή της προκύπτει ο χρόνος παραλαβής εκάστου τούτων και της παραλαβής των υλικών, οπότε καθίσταται δυνατό με μαθηματικούς υπολογισμούς η εξεύρεση των τόκων κάθε επί μέρους κονδυλίου, καθόσον δε αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του διότι από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 παρ. 1, 4 παρ. 2δ και 4 Π.Δ. 166/2003 ‘’περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές’’ συνάγεται ότι οι διατάξεις του παραπάνω Π.Δ. καλύπτουν και τις συναλλαγές επιχειρήσεων με δημόσιες αρχές και ΝΠΔΔ. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών Δημοσίου, περί διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ως προς το Δημόσιο (ΟλΣτΕ 1663/2009, ΕφΙωαν. 91 και 92/10 αδημ.).
Με τον ένατο (9ο) τελευταίο λόγο της ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής όσον αφορά το ύψος των 280,00 € που αφορά την εις βάρος του δικαστική δαπάνη και ότι στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται η επιδίκαση δικαστικής δαπάνης και διότι σε κάθε περίπτωση το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αξία της εργασίας και τον κόπο που κατέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Και ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, πέραν της αοριστίας του, και διότι η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται κατά τις γενικές περί δικαστικών εξόδων διατάξεις του άρθ. 173 επ. του ΚΠολΔ. Επομένως δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση των ανακοπής.
Τέλος το αιτούν ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, εάν συνεχιστεί η αρξάμενη αναγκαστική εκτέλεση, τόσο στο δημοσιονομικό σχεδιασμό και την ομαλή εκπλήρωση των οικονομικών συναλλαγών του Δημοσίου αλλά και στην αξιοπιστία και την φερεγγυότητά του, προσέτι δε θα παρουσιάσει έλλειμμα στα έσοδα που προβλέπει ο κρατικός προϋπολογισμός. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, πλέον της αοριστίας τους, δεν πιθανολογούνται και ως ουσιαστικά βάσιμοι, λαμβανομένου υπόψη και του ύψους της απαίτησης της καθής. Ακολούθως αυτών, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί το αιτούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθής (άρθ. 178 παρ. 3 Κώδικα περί Δικηγόρων), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 της 13443014/1992/1993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Για τους λόγους Αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει το αιτούν να πληρώσει μέρος των δικαστικών εξόδων της καθής, τα οποία ορίζει στο ποσό των ογδόντα (80,00) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του.
Αθήνα
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                 ….ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (για τη δημοσίευση)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΕΝΤΖΑ

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu