Εφετείο Αθηνών: Οι συμβασιούχοι δικαιούνται Δώρα Εορτών, Επιδόματα και Αποδοχές Αδείας ΚΑΙ Αποζημίωση Απολύσεως (Απόφαση 2607/2011)

Η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών δικαιώνει συμβασιούχο νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα που απασχολήθηκε σε αυτό δυνάμει διαδοχικών «συμβάσεων έργου» ορισμένου χρόνου, κατά το ελάχιστο μέτρο που αναγνωρίζει το π.δ. 164/2004. Ναι μεν δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως, επιβεβαιώνοντας την πάγια κρίση ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης αποτελεί κατ’εξοχήν έργο των Δικαστηρίων, προβαίνει σε χαρακτηρισμό των δήθεν «συμβάσεων έργου» ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, άκυρων κατά τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, με συνέπεια τη μη δυνατότητα παράτασης της απασχόλησης του συμβασιούχου. Εφαρμόζοντας, ωστόσο, τις διατάξεις του ως άνω π.δ. και τις γενικές διατάξεις περί αποδοχών των μισθωτών εξαρτημένης εργασίας, επιδικάζει στο συμβασιούχο δώρα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας και την αποζημίωση απολύσεως που δικαιούται κατά τη λήξη της τελευταίας «σύμβασης». Ήδη δε την κρίση της παραπάνω απόφασης ακολουθούν και άλλα   δικαστήρια της ουσίας (χαρακτηριστικά αναφέρονται οι αποφάσεις 2221/2011 και 2884/2011 του Ειρηνοδικείου Αθηνών με ίδια κρίση σε περιπτώσεις συμβασιούχων Δήμου και Δημοτικής Επιχείρησης, οι οποίοι μάλιστα είχαν απασχοληθεί με  λιγότερες «συμβάσεις»).
Επομένως, παρά τον σαφή περιορισμό της προστασίας των συμβασιούχων μετά τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 19 και 20/2007 προς τις οποίες πλέον το 80 με 90% των δικαστηρίων της ουσίας (δυστυχώς κατά τη γνώμη μας) συντάσσεται, μη δεχόμενο παραμονή των συμβασιούχων στις θέσεις εργασίας τους και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, τονίζεται ότι οι συμβασιούχοι, ιδίως δε όσοι έχουν απασχοληθεί επί έτη με αδιάκοπες αλλεπάλληλες «συμβάσεις», έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν με αγωγή δώρα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα), επιδόματα και αποδοχές αδείας, εφόσον δεν τους καταβάλλονταν, λόγω χαρακτηρισμού της «σύμβασής» τους ως δήθεν «έργου» (εντός της 5ετούς παραγραφής) και (κυρίως) την αποζημίωση απολύσεώς τους (το ποσό της οποίας είναι σε πολλές περιπτώσεις διόλου ευκαταφρόνητο), εφόσον βεβαίως κινηθούν δικαστικά εντός εξαμήνου από τη λήξη της τελευταίας «σύμβασης».

Α. Κυριακίδης

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2607/2011

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ: 5ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Πρόεδρο Εφετών, Άννα Φωτοπούλου – Ιωάννου, Αριστείδη Βαγγελάτο – Εισηγητή, Εφέτες, και από. τη Γραμματέα Βασιλική Παπαστεργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο .του στις 3 Μαΐου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: .

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Σ.Σ. του Γ., κατοίκου Αχαρνών Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Αναγνωστόπουλο ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «Α. ΑΕ» που εδρεύει στο Ο. Χ. Δήμου Αχαρνών Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Πληρεξούσια δικηγόρο της, Γεωργία Καλαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 11 Μαρτίου 2008 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 1215/2008, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 904/2010 οριστική του απόφαση με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 23 Απριλίου 2010 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 4208/2010.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε με τον πρόσθετο λόγο έφεσης της εκκαλούσας που κατατέθηκε με τις προτάσεις.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις της και παραστάθηκε στ ο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2/του Κ.Πολ.Δικ.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 23-4-2010 (αριθμ. κατάθ, 4208/17-5-20.1.0) έφεση της εκκαλούσας. κατά της υπ’αριθ. 904/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 11-3-2008 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητου, που απέρριψε την αγωγή, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ.1, 517 , 518 παρ. 2 και 591 παρ.1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Με την από 11-3-2008 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εργάσθηκε με διαδοχικές συμβάσεις έργου, που συνήψε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, στις 14- 2-2005, 14-12-2006, 14-9-2007 και 14-11-2007, που υπέκρυπταν σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες της ως βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό και πιο συγκεκριμένα ως βοηθός θαλάμου στην πολυκλινική του Ολυμπιακού Χωριού, που η εναγόμενη εκμεταλλεύεται, υπό τις εντολές της εναγομένης ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο εργασίας, κατά τα ειδικότερα’ εκτιθέμενα σ’αυτή, ότι’ απασχολήθηκε συνεχώς και αδειαλείπτως, υπό την ανωτέρω ειδικότητά της, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ότι συνδεόταν με την εναγόμενη, καθόλο το διάστημα που απασχολήθηκε σ αυτή, κατ’ορθό νομικό χαρακτηρισμό της συμβατικής της σχέσεως, με μία ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία ως τέτοια καταγγέλθηκε ακύρως από την εναγόμενη στις 13-12-2007, λόγω λήξεως της κατ’επίφαση τελευταίας συμβάσεως έργου, χωρίς να της κοινοποιηθεί έγγραφο και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη και ότι της οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το διάστημα από 14-12- 2007 έως 31-12-2008 και επικουρικά δικαιούται, στην περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας που την συνέδεε με την εναγόμενη ήταν άκυρη, αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004 που είναι ίση με την αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη απόλυση της, ότι δικαιούται για αποδοχές αδείας, για δώρα εορτών- για επιδόματα, αδείας και για .δεδουλευμένες αποδοχές της για το διάστημα από 1-11-2007 έως 13-12-2007 τα αναλυτικά αναγραφόμενα σ’αυτή ποσά. Ζητεί δε, μετά από τροπή μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τη συνέδεε με την εναγόμενη είναι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να .αποδέχεται τις νόμιμες υπηρεσίες της και να της καταβάλει για δεδουλευμένους μισθούς, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας το ποσό των 8.400 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-12-2007 .’έως 31-12-2007 το ποσό των 579,60 ευρώ, για αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 2.450 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγόμενη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-1- 2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 14.700 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ και άπαντα τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από τότε που κατέστησαν απαιτητά, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Επί της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 2530/2009 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφού κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομίσει η εναγόμενη τα αναγραφόμενα στο σκεπτικό της στοιχεία. Κατόπιν της από 2-11-2009 κλήσεως της καλούσας-ενάγουσας προς επανάληψη της συζητήσεως εκδόθηκε από το ως άνω Δικαστήριο, η εκκαλουμένη απόφαση (904/2010), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την έφεσή της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Κατά το άρθρο 520 § 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως είναι παραδεκτοί αν αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και επί των προσθέτων λόγων εφέσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου (βλ. Σαμουήλ «Η ΕΦΕΣΗ» εκδ. 2009 σελ. 243 ΑΠ 317/1999 ΕλλΔνη 40.1737, ΕφΔωδ 202/2009 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα, ασκεί με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, πρόσθετο λόγο εφέσεως, που συνεκδικάζεται με την έφεση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), με τον οποίο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής της με την κρίση ότι δεν στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. […] Ο ως άνω πρόσθετος λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με τους λόγους εφέσεως ή και σε εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, πέραν του γεγονότος ότι ακόμα και αν είχε ασκηθεί με την υπό κρίση έφεση, ως λόγος αυτής, θα απορρίπτετο και πάλι ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού δεν υπήρχε αγωγικό κεφάλαιο για υπερωριακή απασχόληση.

Με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ αφενός μεν παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αφετέρου δε ορίζεται ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Εκ τούτου παρέπεται, ότι η απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως δεν είναι οριστική, καθότι η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση (ΑΠ 884/2007, ΑΠ 1336/2002 δημοσιευμένες, στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 εδάφ. ά και β’ του ΚΠολ.Δ, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευση τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, οριστική είναι η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει ολικά ή μερικά την αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Για το χαρακτηρισμό της αποφάσεως ως οριστικής ή μη οριστικής πρέπει να γίνεται αναδρομή στο διατακτικό της, δεν αποκλείεται όμως και στο αιτιολογικό της αν δεν αποδίδεται στο διατακτικό, αρκεί οι σχετικές περί αυτής διατάξεις να περιλαμβάνονται στο αιτιολογικό κατά τρόπο ρητό και σαφή. Μη οριστική είναι η απόφαση που επιφυλάσσεται να αποφανθεί για την ουσία ανεξάρτητα από την παραδοχή της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων του ορισμένου και νόμω βάσιμου της αγωγής (ΑΠ 2008/2009, ΑΠ 1721/2007..δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). .Στην προκειμένη περίπτωση επί της αγωγής της ενάγουσας εκδόθηκε αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, η υπ’αριθ. 2530/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως κατ άρθρο 254 του ΚΠολΔ και ακολούθως η εκκαλουμένη υπ αριθ. 904/2010 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η υπ’αριθ. 2530/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δεν υπήρχε απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, ανεξάρτητα από την παραδοχή από αυτή της συνδρομής της διαδικαστικής· προϋποθέσεως του ορισμένου της αγωγής, είναι μη οριστική απόφαση. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση (904/2010) κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 254 και 309 του ΚΠολΔ, αφού δεν εδεσμεύετο ως προς την κρίση του αυτή, από την προαναφερθείσα υπ’αριθ. 2530/2009 μη .οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσας .με τον οποίο ισχυρίζεται ότι παράνομα η εκκαλουμένη 1 απόφαση ανακάλεσε την υπ’αριθ. 2530/2009 προγενέστερη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό με τις νομικές του σκέψεις υιοθετούσε τη νομική βάση της αγωγής της.

Με το άρθρο 1 του ν. 3293/2004 ορίζεται ότι « Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για τη διαχείριση Μονάδων Υγείας», με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι «1. Το νομικό πρόσωπο έχει τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας κοινής ωφέλειας που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί για χάρη του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ανταγωνιστικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης…. 2. Η εταιρεία φέρει την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρεία Μονάδων Υγείας» και το διακριτικό τίτλο «Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε»….», ενώ με το άρθρο 16 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι «1. Τα θέματα που αφορούν την πρόσληψη και κατάσταση του ιατρικού και του λοιπού προσωπικού της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. καθορίζονται στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού. Ειδικότερα, οι διατάξεις που αφορούν την πρόσληψη και κατάσταση του λοιπού, πλην του ιατρικού, προσωπικού της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. βασίζονται στους παρακάτω κανόνες: α) Όλο το προσωπικό προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’), β) Ο συνολικός αριθμός του προσωπικού καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε…» Περαιτέρω στο άρθρο 2 του ν. 2190/1994 (Α5 28) ορίζεται ότι: «1. Συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή …. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις αυτού». Εξάλλου όπως προκύπτει από το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2190/1994 μεταξύ των φορέων που αναφέρονται σ’αυτό περιλαμβάνονται «η. Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους και  θ. Οι. δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005». Περαιτέρω με το άρθρο 1 του ν. 3429/2005 «Δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί» ορίζεται ότι «για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως δημόσια επιχείρηση νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο..δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν». Τέλος με το άρθρο 18 του ν. 2190/1994 καθορίζεται η διαδικασία προσλήψεως προσωπικού μέσω του ΑΣΕΠ. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς ότι η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή ανωνύμου εταιρείας κοινής ωφελείας, που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς το προσωπικό της διορίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2190/1994 και του άρθρου 16 του ν. 3239/2004. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν, ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΑΠ 33/2007 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθ. 11 Α.Ν; 547/1937) προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με /σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 .του Ν.-2112/1920 ή 1, 3, 5 του ΒΑ .της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε’ σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α, γ, δ ορίζονται ότι α) νόμος ορίζει τους-όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β αυτού, γ) απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ,ή. η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου, δ) οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ή συμβάσεις έργου που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες (ΟλΑΠ 19/2007 ΕλΔ 48.992, ΑΠ 197/2008, ΑΠ 1308/2008 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή από την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 1:97/2008, ΑΠ 1308/2008· οπ). Περαιτέρω, στις 10-7-19.99 δημοσιεύθηκε στην. Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συνθήκες ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: «Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης….. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου». Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, στο άρθρο 11 του ΠΔ περιέλαβε, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, με τις οποίες καθορίζονταν οι προϋποθέσεις που διαδοχικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος ΠΔ και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούσαν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. .2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. αυτού (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007, ΑΠ 197/2008, ΑΠ 1308/2008 οπ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του, ενώ σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρίαν άκυρη, απαγορευομένης της ανανεώσεως ή παρατάσεως της συμβάσεως μισθώσεως έργου (ΑΠ 64/2010 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΑΠ 1370/2009, ΑΠ 1308/2008, ΑΠ 197/2008, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω αγωγή της ενάγουσας, κατά το μέρος που ισχυρίζεται αυτή (ενάγουσα) ότι οι από 14-2-2005, 14-12-2006, 14-9-2007 και 14-11-2007 συμβάσεις έργου, που συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία κοινής ωφέλειας, συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και κατά τα αιτήματα που στηρίζονται στον ως άνω ισχυρισμό, και πιο συγκεκριμένα κατά τα αιτήματα α) να αναγνωρισθεί ότι υπήρχε μεταξύ αυτής και της εναγομένης σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 579,60 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 14.700 ευρώ, και δ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ από την παράνομη απόλυσή της, είναι νόμω αβάσιμη, αφού ακόμα και αν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εταιρείας, που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν υφίσταται ευχέρεια εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2112/1920 και 671 του ΑΚ και χαρακτηρισμού των συμβάσεων της ενάγουσας με την εναγόμενη, ως συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, η μετατροπή -διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ούτε επιβάλλεται με την οδηγία 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως προς τα πιο πάνω αιτήματα ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η αίτηση αυτή πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 546/2010, ΑΠ 658/2010 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα πρωτοδίκως είχε προβάλλει αίτημα επιδείξεως εκ μέρους της εναγομένης των αναγραφομένων στις προτάσεις της εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, αίτημα που επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Πλην όμως το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας-ενάγουσας, αφού το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη-εφεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μη νόμιμο.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπ’αριθ. 2530/2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την υπ’ αριθ. 3336/3-4-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών του μάρτυρος της ενάγουσας Α.Β., που λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγόμενης με δήλωση που καταχωρήθηκε στα υπ’αριθ. 2530/1 -4-2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την υπ’αριθ. ■ 1424/6-4-2009 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Μερόπης Γεράκη της μάρτυρος της εναγομένης Μ.Φ., που λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας με δήλωση που καταχωρήθηκε στα υπ αριθ. 2530/1-4-2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την υπ’αριθ. 3215/2-5-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών του μάρτυρος της εκκαλούσας Γ.Σ., που λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εφεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την υπ’αριθ.613β/3-6-2010 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Νικολάου Ζήση, που επιτρεπτώς \προσκομίζεται στο Δικαστήριο τούτο, αφού ενώπιον του επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρα 670 παρ.1, 671 παρ.1, 529 § 1α ΚΠολΔ βλ. ΑΠ. 548/2007’ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1877/2005 Δνη 2006. 455, ΕφΑΘ 3121/2009 ΕλΔ 50.1450) και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με το άρθρο 1 του ν. 3239/2004 συστήθηκε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινής ωφελείας που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο με σκοπό την πιλοτική ανάπτυξη της πολυκλινικής του Ολυμπιακού χωριού και την παροχή υπηρεσιών υγείας. Με το άρθρο 16 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι τα σχετικά με την πρόσληψη και κατάσταση του προσωπικού καθορίζονται από τον κανονισμό κατάστασης προσωπικού και ότι όλο το προσωπικό προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 (μέσω ΑΣΕΠ). Με την υπ’αριθ. Ύ3α/38841/2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 751/3-6-2005) κυρώθηκε ο προσωρινός κανονισμός λειτουργίας της εναγομένης, στο άρθρο 11 του οποίου με τίτλο «στελέχωση ιατρικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών» προβλέπεται η στελέχωση των ιατρικών και νοσηλευτικών τμημάτων της με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, στο τελευταίο δε περιλαμβάνονται – και. οκτώ (8) θέσεις βοηθητικού-υγειονομικού προσωπικού ΥΕ. Με το υπ’αριθ. 7/5-5-2005 πρακτικό του Δ/Σ της εναγομένης αποφασίσθηκε η κάλυψη των αναγκών της εναγομένης για τη στελέχωση των αναγραφομένων σ’αυτό θέσεων, μεταξύ των οποίων και 91 θέσεων συνεργατών διαφόρων ειδικοτήτων, με συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας. Με το από 27-6-2005 γνωμοδοτικό σημείωμα του δικηγόρου Θεοδώρου Πέππα διατυπώθηκε η γνώμη ότι για την κάλυψη των θέσεων αυτών μπορεί να γίνουν προσλήψεις κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής της ΠΥΣ 55/98, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2527/1997 για τις συμβάσεις με το υγειονομικό προσωπικό. Ακολούθως με την υπ’αριθ. πρωτ.231/9929/8-7- 2005 απόφαση της Επιτροπής της ΠΥΣ 55/1998, εγκρίθηκε η σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου για 91 άτομα διαφόρων κλάδων και ειδικοτήτων από την εναγόμενη και με την υπ αριθ. Υ10β/Γ.Π οικ. 128468/29-11-2005 ΚΥΑ εγκρίθηκε η ανάθεση έργου για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους για 91 άτομα διαφόρων κλάδων .και ειδικοτήτων που θα απασχολούνταν στην εναγόμενη, μεταξύ των οποίων και 4 άτομα στην ειδικότητα του βοηθητικού υγειονομικού προσωπικού, με την αιτιολογία – ότι «η ανάθεση του έργου στο’ αναφερόμενο προσωπικό θεωρείται αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της Α.Ε.Μ.Υ ΑΕ καθόσον η εκτέλεση του ανατιθέμενου έργου δεν ανάγεται στον κύκλο καθηκόντων των υπαλλήλων της ΑΕΜΥ ΑΕ, δεδομένου ότι πρόκειται περί νεοϊδρυθείσας εταιρείας που δεν διαθέτει ακόμη τακτικό προσωπικό. Επειδή εξαιτίας της φύσης και της έκτασής τους δεν εντάσσονται στα συνήθη έργα της ΑΕΜΥ ΑΕ, αλλά επικεντρώνονται στη δημιουργία υποδομών για την άμεση δραστηριοποίηση επιμέρους τομέων δράσης της εταιρείας και η εκτέλεσή τους πρέπει να ολοκληρωθεί .σε συγκεκριμένο χρονικό .διάστημα ενός έτους αρχομένου από 1-8-2005…» . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα- ενάγουσα υπέβαλε στην εφεσίβλητη-εναγόμενη το υπ’αριθ. πρωτ. 252/10-10- 2005 βιογραφικό, και ακολούθως οι διάδικοι υπέγραψαν στις 14-12-2005 την προσκομιζόμενη σύμβαση με τίτλο «σύμβαση μίσθωσης έργου», στην οποία ορίζετο μεταξύ των άλλων ότι α) η ενάγουσα με την ειδικότητα του βοηθητικού υγειονομικού προσωπικού ως «ανάδοχος» θα εκτελέσει το ανατιθέμενο σ’αυτή έργο, που συνίσταται στην παροχή διαρκούς λειτουργικής υποστήριξης όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στα πλαίσια λειτουργίας της διεύθυνσης εξωτερικών ιατρείων ΤΕΠ τμήματος ημερησίας νοσηλείας τμήματος φυσικοθεραπείας της Πολυκλινικής του Ολυμπιακού Χωριού με σκοπό την αποτελεσματική και αποκλειστική φροντίδα στον πολίτη, β) ότι ο ανάδοχος θα υλοποιήσει το έργο στο πλαίσιο των κτιριακών εγκαταστάσεων της Πολυκλινικής και εντός του ωραρίου λειτουργίας των υπηρεσιών αυτής, γ) ότι ο ανάδοχος ευθύνεται για την έγκαιρη και επιμελή εκτέλεση του έργου του και ότι είναι υποχρεωμένος να εκτελεί το έργο σύμφωνα με τις υποδείξεις και τους περιοριστικούς όρους τους οποίους θέτει η εταιρεία, δ) ότι η σύμβαση τίθεται σε ισχύ την 14-12-2005 και λήγει αυτοδικαίως την 13- 12-2006, ε) η αμοιβή για το έργο καθορίζεται στο ποσό των 12.600 ευρώ που θα καταβάλλεται τμηματικά κατά δίμηνο, μετά την πιστοποίηση του εκτελεσθέντος έργου, στ) ο ανάδοχος επιλέγει ελεύθερα τον ασφαλιστικό του φορέα, τυχόν δε ασφάλιση στο ΙΚΑ δε μεταβάλει το χαρακτήρα της σύμβασης ως σύμβασης έργου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων α) στις 14-12-2006 υπεγράφη όμοια με την παραπάνω σύμβαση για το διάστημα από 14-12-2006 έως 13-9-2007 έναντι αμοιβής 9.450  ευρώ, στις 14-9-2007 υπεγράφη όμοια σύμβαση με τίτλο «ανάθεση συμπληρωματικού έργου για το διάστημα από 14-9-2007 έως 13-11-2007 έναντι αμοιβής 2.100 ευρώ και γ) στις 14-11-2007 υπεγράφη όμοια σύμβαση με τίτλο «ανάθεση συμπληρωματικού έργου αναδόχου» για το διάστημα από 14-11-2007 έως 13-12-2007 έναντι αμοιβής 1.050 ευρώ. Μετά τη λήξη της διάρκειας της τελευταίας αυτής συμβάσεως δεν υπογράφηκε παρόμοια σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, καθότι είχε ήδη προκηρυχθεί η πλήρωση θέσεων προσωπικού της εναγομένης με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εκ των οποίων οι τέσσαρες (4) θέσεις αφορούσαν βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό Υ.Ε., όπως προκύπτει από την υπ’αριθ. 1/81614/2006 προκήρυξη της εναγομένης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕ Π φύλλο 29/23-4-2007). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα για όλο το διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη, ποσό ύψους 1.050 ευρώ το μήνα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής όπου αναγράφεται ως καταβαλλόμενος μισθός το ποσό των 1.050 ευρώ από το οποίο γινόταν κρατήσεις υπέρ του ασφαλιστικού φορέα της ενάγουσας (ΙΚΑ) και κρατήσεις φόρου εισοδήματος. Περαιτέρω από τις καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολείτο επί οκτώ (8 ώρες) την ημέρα από. 14-12-2005 έως και 13-12-2007 ως βοηθός σε θάλαμο ασθενών με ωράριο από 8.00 πμ έως 16.00 μμ και από τα μέσα του έτους 2006 από 07.00 πμ έως 15.00 μμ, εντός του χώρου της Πολυκλινικής της εναγομένης στο Ολυμπιακό Χωριό, υπό τις εντολές και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθόλο το διάστημα που απασχολήθηκε από την εναγόμενη με την ειδικότητα του βοηθητικού νοσηλευτικού προσωπικού υπόκειτο στην νομική και προσωπική εξάρτηση της εναγομένης, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, αμειβόμενη στην πραγματικότητα καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς της με σταθερό ακαθάριστο μηνιαίο μισθό ύψους 1.050 ευρώ το μήνα, από τον οποίο γινόταν παρακρατήσεις υπέρ του ΙΚΑ και συνεπώς οι προαναφερθείσες τέσσαρες (4) ως άνω συμβάσεις ανεξαρτήτως του ότι είχαν χαρακτηρισθεί από τους διαδίκους ως συμβάσεις μισθώσεως έργου στην πραγματικότητα ήταν, κατ ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, που ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής Λειτουργίας ανήκει στο Δικαστήριο, συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προς κάλυψη των αναγκών της εναγομένης σε βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό, μέχρι την ολοκλήρωση των νομίμων διαδικασιών προσλήψεως υγειονομικού προσωπικού, μέσω ΑΣΕΠ, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω οι συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες, αφού δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις συνάψεώς τους που προβλέπονται και καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 20 του ν. 2190/1994 και 5,6,7 του ν. 2527/1997 που ορίζουν τις προϋποθέσεις συνάψεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του Δημοσίου Τομέα, στους οποίους υπάγεται η εναγόμενη, καθότι αφενός μεν η διάρκεια εκάστης των δύο πρώτων συμβάσεων της ενάγουσας υπερέβαινε τους 8 μήνες και δεν είχε γνωστοποιηθεί η ανακοίνωση προσλήψεώς της στον ΑΣΕΠ (άρθρο 21 του ν 2190/1994) και αφετέρου κατά τη σύναψη της δεύτερης, τρίτης και τετάρτης των συμβάσεων (διαδοχικές συμβάσεις) δεν είχε μεσολαβήσει διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών από τη λήξη κάθε συμβάσεως (άρθρο 5 παρ.1 ΠΔ 164/2004) και ο αριθμός τους ήταν μεγαλύτερος των τριών διαδοχικών συμβάσεων (άρθρο 5 παρ.4 του ΠΔ 164/2004). Λόγω δε της ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και εφόσον εκτελέσθηκαν αυτές, οφείλεται στην ενάγουσα αποζημίωση που ισούται με το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, με χρόνο υπολογισμού της αποζημιώσεως τη συνολική διάρκεια της απασχολήσεως της ενάγουσας με όλες τις προαναφερθείσες άκυρες συμβάσεις (άρθρο 7 παρ.2 του ΠΔ 164/2004). Συνεπώς η ενάγουσα για την ως άνω αιτία με συνολική διάρκεια απασχολήσεως δύο (2) ετών δικαιούται αποζημίωση δύο (2) μηνών (άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 2 και 5 του ν. 3198/1955) συνολικού ποσού 2.450 ευρώ (1050 Χ 14/12 Χ 2 μήνες). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το διάστημα από 1-11-2007 έως 13-12-2007 η ενάγουσα αρνήθηκε να εισπράξει τις δεδουλευμένες αποδοχές που ανερχόταν, μετά τις κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ και για φορολογία εισοδήματος, στο ποσό των 1.062,50 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το υπ’αριθ. 584167/9-1-2008 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης που το κοινοποίησε στην ενάγουσα με την από 9-1-2008 εξώδικη δήλωση της, όπως προκύπτει από την υπ αριθ. .11986/1.6-1-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ηλία Μπανιά. Επομένως αφού η εναγόμενη προσέφερε πραγματικά και κατά τον προσήκοντα τρόπο, για την ως άνω αιτία, στην ενάγουσα το συμφωνηθέν και οφειλόμενο μετά τις νόμιμες κρατήσεις ποσό των 1.062,55 ευρώ, που η τελευταία αρνήθηκε να το εισπράξει, έγκυρα η εναγόμενη προέβη, σύμφωνα με τα άρθρα 427, 431, 349, 350 και 321 του Α.Κ. σε δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας της ενάγουσας, ως δανείστριας και συνεπώς επήλθε κατ’αυτό τον τρόπο απόσβεση της οφειλής (βλ. σχετ, ΑΠ 539/2002, ΑΠ 1367/2002 . δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Επομένως πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ουσία το σχετικό αίτημα της ενάγουσας για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών για το διάστημα από 1-11-2007 έως 13-12-2007. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν κατάβαλε στην ενάγουσα επιδόματα εορτών και αδείας καθόλο το χρονικό διάστημα εργασίας της (από 14-12-2005 έως 13- 12-2007) και συνεπώς οφείλει σ’αυτή για δώρα εορτών και για επιδόματα αδείας, βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 επ. της ΚΥΑ 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και 3 παρ. 6 του ν. 4506/1966, τα εξής ποσά : α) για δώρο Χριστουγέννων 2005 (για το διάστημα από 14-12-2005 έως 31-12-2005) το ποσό των 75,15 ευρώ (1050 Χ 2/25 Χ 17/19), β) για δώρο Πάσχα 2006 το ποσό των 525 ευρώ (1.050 Χ ½), γ) για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.050 ευρώ, δ) για δώρο Πάσχα 2007 το ποσό των 525 ευρώ (1.050 Χ ½), ε) για δώρο Χριστουγέννων 2007 (για το διάστημα από 1-5 έως 13-12-2007) το ποσό των 972,63 ευρώ (1.050 Χ 2/25 Χ 220/19), ε) για επίδομα αδείας-2006 το ποσό των 525 ευρώ.(1.050 Χ ½) και στ) για επίδομα αδείας 2007 το ποσό των 525 ευρώ (1050 Χ ½). Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της αγωγής της ότι για το έτος 2006 έλαβε 5 ημέρες κανονικής αδείας αντί των 20 ημερών που εδικαιούτο, ότι για το έτος 2007 επίσης έλαβε 5 ημέρες κανονικής αδείας αντί των 21 ημερών που εδικαιούτο, και ότι για τις υπόλοιπες οφειλόμενες ημέρες αδείας (15 ημέρες το έτος 2006 και 16 ημέρες το έτος 2007) η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλλει τα οφειλόμενα ποσά αυξημένα με ποσοστό 100% λόγω υπαιτιότητας των υπευθύνων της εναγομένης που δεν της χορήγησαν τις υπόλοιπες ημέρες των αδειών της. Πλην όμως δεν αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι η ενάγουσα ζήτησε τις υπόλοιπες ημέρες αδείας των ετών 2006 και 2007 και ότι η εναγόμενη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τα αρμόδια όργανά της, αρνήθηκε τη χορήγησή της και συνεπώς αφού δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης, έστω και με τη μορφή της αμελείας που απαιτείται για την επιδίκαση της προσαυξήσεως κατά ποσοστό 100% (ΑΠ 437/2010 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), το αίτημα αυτό (για προσαύξηση 100%) πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ουσία αβάσιμο. Συνεπώς για ‘ την ως άνω αιτία, η ενάγουσα δικαιούται για αποδοχές αδείας βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 επ. του αν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3302/2204, α) για το έτος 2006 για τις υπόλοιπες 15 ημέρες αδείας το ποσό των 630 ευρώ (1050 : 25 = 42 Χ 15) και β) για το έτος 2007 για τις υπόλοιπες 16 ημέρες αδείας το ποσό των 672 ευρώ (1050 : 25 = 42 Χ 16). Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας τα αγωγικά κεφάλαια για επιδίκαση της αποζημιώσεως του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004, των αποδοχών φ αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας ως μη νόμιμα έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η-εκκαλούσα με το σχετικό λόγο εφέσεώς της. Περαιτέρω από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προκύπτει ότι η εναγόμενη προέβαλε τους ισχυρισμούς α) της εξοφλήσεως της ενάγουσας ως προς τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, με την αιτιολογία ότι για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ένδικη σχέση που την συνέδεε με την ενάγουσα δεν ήταν σύμβαση έργου αλλά σύμβαση εργασίας στις καταβληθείσες στην ενάγουσα ετήσιες αμοιβές της, συμπεριλαμβάνονταν τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας και β) της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας. Πλην όμως η εναγόμενη, ως εφεσίβλητη, δεν επαναφέρει τους πρωτόδικους ως άνω ισχυρισμούς της με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η δε απλή αναφορά σ’αυτές ότι προσάγει μετ’επικλήσεως τις πρωτόδικες προτάσεις δεν συνιστά κατ’άρθρο 240 του ΚΠολΔ νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών αυτών (βλ. Σαμουήλ «Η ΕΦΕΣΗ» εκδ. 2009 σελ. 400, ΟλΑΠ 9/2000 ΕλΔ 41.668, ΑΠ 1294/2009, ΑΠ 137/2008 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Επομένως δεν μπορεί να ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών. Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι εφέσεως προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρόσθετος από 2-5-2011 λόγος εφέσεως και β) να γίνει δεκτή εν μέρει η από 23-4-2010 έφεση της εκκαλούσας ως βάσιμη κατ’ουσία και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια που απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα για επιδίκαση της αποζημιώσεως του άρθρου 7 / παρ.2 του ΠΔ 164/2004, των αποδοχών αδείας και των επιδομάτων εορτών και αδείας. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικασθεί η αγωγή της ενάγουσας, ως προς τα κεφάλαια αυτά, που είναι νόμιμα στηριζόμενα στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.949,78 ευρώ (2.450 + 75,15+ 525 + 1050 + 525 + 972,63 + 525 + 525 + 630 + 672) με , το νόμιμο τόκο ως προς το επιδικαζόμενο ποσό αποζημιώσεως του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004 από την 13-12-2007, ημερομηνία λύσεως της τελευταίας συμβάσεως εργασίας των διαδίκων (ΑΠολ 39/2002 ΕλΔ 44.118), ως προς τα επιδικαζόμενα ποσά για δώρα Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας από το τέλος του έτους που κατέστησαν απαιτητά και ως προς τα επιδικαζόμενα ποσά για δώρα Πάσχα από την 30η Απριλίου των ετών που κατέστησαν απαιτητά, καθότι δήλη ημέρα για τις αποδοχές των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα είναι αντίστοιχα η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου και για τις αποδοχές αδείας και του επιδόματος αδείας η 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους (ΑΠ ολ39/2002 οπ, ΑΠ 244/2002 ΕλΔ 44.1004). Τέλος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας δεδομένου ότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα ως προς τον πρόσθετο λόγο εφέσεως δεν επιδικάζονται, αφού ασκήθηκε με τις προτάσεις και οι διάδικοι δεν υποβλήθηκαν από την άσκηση αυτού σε πρόσθετη δικαστική δαπάνη για την αντιμετώπισή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την από 23-4-2010 έφεση της εκκαλούσας με τον από 2-5-2011 πρόσθετο λόγο εφέσεως αυτής κατά της υπ αριθ. 904/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Απορρίπτει ως απαράδεκτο τον από 2-5-2011 πρόσθετο λόγο εφέσεως.

Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ουσία την από 23-4-2010 έφεση.

Εξαφανίζει την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση , ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 11-3-2008 αγωγής της ενάγουσας ως προς τα κεφάλαια αυτά.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.949,78 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 2.450 ευρώ από 13-12-2007 ως προς το ποσό των 75,15 ευρώ από 31-12-2005, ως προς το ποσό των 525 ευρώ από 30-4-2006, ως προς τα ποσά των 1.050 ευρώ, 525 ευρώ και 630 ευρώ από 31-12-2006, ως προς το ποσό των525 ευρώ από 30-4-2007 και ως προς τα ποσά των 972,63 ευρώ, 525 ευρώ και 672 ευρώ από 31-12-2007 μέχρι εξοφλήσεως.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο (μέρος) ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ .

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24-5-2011 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στις 30-5-2011 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu