Απόφαση 8651/2012 Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απλά μια εσφαλμένη δικαστική κρίση ή (και επίσημα) η αρχή του τέλους;

Η εργοδότρια εταιρία διατηρεί γνωστή επιχείρηση με αντικείμενο την παραγωγή και πώληση πορτών και παραθύρων αλουμινίου και παρεμφερών ειδών. Ο μισθωτός είχε προσληφθεί από τον Μάρτιο 1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε εργαζόταν στην εταιρία με την ιδιότητα του προγραμματιστή Η/Υ. Οι μηνιαίες αποδοχές του το έτος 2008 ανέρχονταν στο ποσό των 2.687,75 Ευρώ. Τον Ιούνιο 2010 η εταιρία του επέδωσε έγγραφο υπογεγραμμένο από το νόμιμο εκπρόσωπό της, με το οποίο του ζητούσε να συναινέσει σε μείωση των καταβαλλόμενων μηναιών αποδοχών του στο ποσό των 2.150,20 Ευρώ. Την πρόταση αυτή απέρριψε ο μισθωτός και μάλιστα (πράττοντας ορθά) κατέθεσε και έγγραφη δήλωση στην εργοδότρια, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι θα θεωρήσει τυχόν μείωση του μισθού του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του. Τελικά, η εταιρία προέβη στη μονομερή μείωση των αποδοχών του από το Μάιο 2010 και εντεύθεν. Ο μισθωτός προσέφυγε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η μονομερής μείωση των αποδοχών του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εργοδότρια εταιρία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους αρχικούς όρους της σύμβασής του (ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μισθού) και, τέλος, να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών που προέκυπταν από τη μονομερή μείωση του μισθού του.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η μονομερής μεταβολή των αποδοχών έλαβε χώρα για δικαιολογημένους οικονομοτεχνικούς λόγους και στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος. Ενόψει δε και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης που επικρατεί – σύμφωνα πάντα με το σκεπτικό της απόφασης – η μονομερής μείωση των αποδοχών του μισθωτού κρίθηκε νόμιμη και μη καταχρηστική!!!

 Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης:

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 8561/2012
Δικαστής: Κ. Βουλγαρίδης, πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Ελένη Χιώτη – Γ. Καραγιάννης

Στην κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ιστορεί τα εξής: Ότι η εναγόμενη εταιρεία διατηρεί εργοστασιακή επιχείρηση με αντικείμενο την παραγωγή και πώληση πόρτων και παραθύρων αλουμινίου με τον διακριτικό τίτλο D. και ότι στις 13.3.1995 τον προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί στην εταιρεία ως προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ότι στην εταιρεία αυτή εργαζόταν με το ωράριο και τον μισθό που αναφέρονται στην αγωγή και ότι περί τον μήνα Ιούνιο του έτους 2010 (30.6.2010) η εναγομένη του μείωσε αδικαιολόγητα τον έως τότε μισθό του από το ποσό των 2.687,75 ευρώ στο ποσό των 2.150,20 ευρώ. Ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος προσέφυγε σχετικώς και στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ απέστειλε και σχετικό εξώδικο στην εναγομένη και ότι δήλωσε σε αυτήν ότι δεν αποδέχεται την ανωτέρω δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι θα εξακολουθεί να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους όρους όπως και προηγουμένως, ήτοι με την καταβολή του ανωτέρω μηνιαίου μισθού ποσού 2.687,75 ευρώ, που μειώθηκε κατά 537,55 ευρώ, και ότι περαιτέρω διά της ανωτέρω μονομερούς βλαπτικής των όρων εργασίας του προσβλήθηκε η προσωπικότητά του και υπέστη σχετική ηθική βλάβη.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων ζητεί: α) να αναγνωρισθεί ότι η μείωση των αποδοχών του από την εναγομένη, που επισυνέβη τον μήνα Μάιο του έτους 2010 από το ποσό των 2.687,75 ευρώ στο ποσό των 2.150,20 ευρώ, ήτοι η μείωση των αποδοχών του κατά το ποσό των 537,55 ευρώ, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος με τους ίδιους όρους ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μισθού, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 7.525,70 ευρώ ως διαφορές μισθολογικών αποδοχών από τον Μάιο του έτους 2010 έως τον Απρίλιο του έτους 2011 συν 2 μήνες για διαφορές δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αποδοχών αδείας από την ημερομηνία που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να μην προβεί στο μέλλον σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, ε) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του κα-ταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του, στ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, και ζ) να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί με την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 Κ.Πολ,Δ. (άρθρο 663 Κ.Πολ.Δ.), εκτός από το υπό στοιχ. ε) αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 4.000 ευρώ, που πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι μόνη η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας. Περαιτέρω και ως προς τα λοιπά αιτήματα η αγωγή είναι νόμιμη, διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652, 656, 281, 341, 345, 346 Α.Κ., 7 ν. 2112/ 1920, 70, 907, 908 και 176 Κ.Πολ.Δ., εκτός από το ανωτέρω υπό στοιχ. δ) αίτημα, που πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι δεν δύναται να υποχρεωθεί ο εργοδότης αορίστως σε οποιαδήποτε μεταβολή των όρων εργασίας, διότι αυτό κρίνεται κατά περίπτωση στα πλαίσια άσκησης του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος. Πρέπει επομένως η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

[…] Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρεία διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο την παραγωγή και πώληση πορτών και παραθύρων αλουμινίου και λοιπών παρεμφερών ειδών και προϊόντων και λειτουργεί με τον διακριτικό τίτλο D. Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 13.3.1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην εταιρεία ως προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εργαζόταν από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή 8 ώρες ημερησίως. Από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 οι μηνιαίες αποδοχές του αυξήθηκαν στο ποσό των 2.687,75 ευρώ. Στις 23.6.2010 η εναγομένη του επέδωσε το από 3.5.2010 έγγραφο υπογεγραμμένο από τον νόμιμο εκπρόσωπο της, με το οποίο ζητούσε από τον ενάγοντα να συναινέσει στη μείωση των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών στο ποσό των 2.150,20 ευρώ, πρόταση στην οποία ο ενάγων δεν συμφώνησε, ενώ στις 24.6.2010 κατέθεσε και έγγραφη δήλωση, στην οποία δήλωσε ότι θεωρεί την άνω πρόταση ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Τελικώς η εναγομένη προέβη στη μείωση των αποδοχών του μονομερώς από τον μήνα Μάιο του έτους 2010 και εντεύθεν. Πλην όμως αυτή η μεταβολή των αποδοχών του έλαβε χώρα για συγκεκριμένους οικονομικοτεχνικούς λόγους και στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης λόγω της πτωτικής πορείας των εργασιών της, διευθυντικό δικαίωμα το οποίο δεν ασκήθηκε καταχρηστικά.

Ειδικότερα, ήδη από το έτος 2003 άρχισε να παρατηρείται μείωση του τζίρου της εταιρείας, ο οποίος κατά το έτος 2010 μειώθηκε σε ποσοστό 53,41% σε σχέση με το έτος 2007 (29.452.183,69 ευρώ το έτος 2007 και 13.720.253,89 ευρώ το έτος 2010), ενώ το έτος 2011 σε 9.000.272 ευρώ (μείωση 69,45% σε σχέση με το έτος 2007). Περαιτέρω, υπήρξε σταδιακή μείωση των κερδών και αύξηση των ζημιών της εναγόμενης εταιρείας (ζημία έτους 2009 2.422.443,61 ευρώ και ζημία ύψους 3.221.991,52 ευρώ για το έτος 2010 ), ενώ κατά τις τρεις τελευταίες χρήσεις (ετών 2009, 2010 και 2011) η εταιρεία δεν διένειμε μέρισμα στους μετόχους της. Σημειώνεται ότι οι αποδοχές του ενάγοντος ήταν υπέρτερες των νομίμων, δεδομένου ότι η εναγομένη του κατέβαλλε οικειοθελή μεν παροχή, η οποία όμως, χωρίς να είναι ελεύθερα και μονομερώς ανακλητή, συνιστά τακτικές αποδοχές του, δεδομένου ότι χορηγούνταν τακτικά κάθε μήνα, η μείωση δε του μισθού του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό της πρόσθετης αυτής, ουσιαστικά, παροχής.

Εν όψει αυτών και προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα της εταιρείας, η εναγομένη, πέραν της μείωσης κάθε κόστους στο αναγκαίο μέτρο, αποφάσισε και τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων σε ποσόστωση ανάλογα με τις αποδοχές που ελάμβαναν, μειώνοντας τις αποδοχές όχι μόνο του ενάγοντος αλλά και όλων σχεδόν των εργαζομένων (82 συνολικά), οι οποίοι αποδέχθηκαν τη μεταβολή αυτή, με εξαίρεση 8 εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Σημειώνεται ότι υπήρξε και αριθμός εργαζομένων που αποχώρησε οικειοθελώς ή καταγγέλθηκαν οι σχετικές συμβάσεις. Παράλληλα προέβη στην κατάρτιση συμβάσεων για την υποστήριξη και συντήρηση των λειτουργικών συστημάτων έτσι ώστε να μειωθεί το λειτουργικό κόστος.

Εν όψει όλων των ανωτέρω και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης που επικρατεί, η μείωση των αποδοχών του ενάγοντος κείται εντός των πλαισίων άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και η μείωση των αποδοχών του είναι ανάλογη των γενικότερων οικονομικών της εταιρείας, ενώ η μετέπειτα απόλυση του ενάγοντος συνιστά ένα διαφορετικό ζήτημα, η νομιμότητα του οποίου θα κριθεί από τα αρμόδια δικαστήρια, διότι ήδη ο ενάγων έχει ασκήσει σχετική προς τούτο αγωγή. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης όπως προσδιορίζονται στο διατακτικό.

Εξαιρετικό το σχόλιο του Ν. Γαβαλά επί της παραπάνω απόφασης στο άρθρο του: «Pacta non sunt servanda?» (Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, Τόμος 71, σελ. 917 επ.), το οποίο κατόπιν αδείας του εκδότη του περιοδικού, κ. Τσιμπούκη (τηλ. επικοινωνίας: 2103225461, email: eergd@eergd.gr), αναδημοσιεύουμε μόνο για ανάγνωση:

Gavalasp1
Gavalasp2
Gavalasp3
Gavalasp4
Gavalasp5

Παρατήρηση Α. Κυριακίδη:

Η μόνη μας παρατήρηση επί του σχολίου του Ν. Γαβαλά είναι ότι κατά τη γνώμη μας η επίκληση απόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών δεν δίδει δικαίωμα στον εργοδότη να αξιώσει (δικαστικώς, με την άσκηση αγωγής) τη μείωση των (ανωτέρων των νομίμων, συμφωνηθεισών) αποδοχών του εργαζομένου και τούτο διότι η έννοια του «επιχειρηματικού κινδύνου» επί της οποίας εδράζεται η επικαλούμενη απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, δεν είναι μονόπλευρη, όπως π.χ. στην περίπτωση ενός μισθωτή που ζητά, επικαλούμενος το άρθρο 388 ΑΚ, τη μείωση του καταβαλλομένου στον εκμισθωτή μισθώματος, αλλά αποτελεί τη μια εκ των δύο όψεων του ιδίου νομίσματος και δη της επιχειρηματικότητας. Η άλλη όψη του «νομίσματος» της επιχειρηματικότητας είναι τα υπερβαίνοντα το κόστος μισθοδοσίας κέρδη που έχει ο εργοδότης – επιχειρηματίας σε περιόδους οικονομικής άνθησης, κατά τις οποίες περιόδους βεβαίως δεν καταβάλλει στον εργαζόμενο κάτι παραπάνω από τον συμφωνηθέντα μισθό, ενώ αντικειμενικά, θα είχε τη δυνατότητα να πράξει τούτο, πάντα υπό το σκεπτικό ότι ο μισθός θα έπρεπε να είναι ανάλογος της οικονομικής πορείας μιας επιχείρησης.

Συνεπώς, κατά την άποψή μας, η συμφωνία μισθού αποτελεί ένα ανεκτό νομοθετικά «ρίσκο» του επιχειρηματία (εκφεύγον της εφαρμογής της διατάξεως του 388 ΑΚ). Ο τελευταίος βέβαια πάντα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε τροποποιητική καταγγελία της σύμβασης του εργαζομένου, δηλαδή να του διαμηνύσει ότι σε περίπτωση μη αποδοχής μείωσης των αποδοχών θα πρέπει να τον απολύσει, όπως βεβαίως και στις λοιπές δυνατότητες, ακόμα και μονομερούς ρύθμισης της εργασιακής σχέσης (βλ. εκ περιτροπής εργασία ή απόλυση για οικονομικοτεχνικούς λόγους) που του παρέχει ο νόμος.

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu