Αναδρομικές περικοπές στα εφάπαξ βοηθήματα, κατ’ εφαρμογή των ν. 4024/2011 και 4093/2012.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου  ΙΑ.5. του νόμου 4093/2012 (Φ.Ε.Κ., Α΄, 222/12.11.2012), το εφάπαξ βοήθημα το οποίο χορηγείται στους  ασφαλισμένους μέχρι  την  31.12.1992 που αποχώρησαν της υπηρεσίας μετά  την 1.8.2010 και για τους  οποίους δεν είχε, έως και την ημερομηνία δημοσίευσης του εν λόγω νόμου (12.11.2012),εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης εφάπαξ  βοηθήματος, μειώνεται ποσοστιαίως ανά  φορέα  ασφάλισης, σε ποσοστά τα οποία  κυμαίνονται μεταξύ 2,21%  και  83%, εν σχέση προς  τα οριζόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των αντίστοιχων φορέων.

Χαρακτηριστικά, για τους ασφαλισμένους στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) προβλέπεται μείωση στο ποσό της χορηγούμενης εφάπαξ παροχής  ύψους 22,67%, ενώ για τους ασφαλισμένους στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ίδιου Ταμείου κατά 42,29%. Μάλιστα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικά για τους ασφαλισμένους στο ΤΠΔΥ δημοσίους υπαλλήλους, η ανωτέρω μείωση στο ποσό του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος διενεργείται  μετά την εφαρμογή  της  μείωσης ποσοστού 15%, η οποία είχε προηγουμένως επιβληθεί στο ποσό της χορηγούμενηςεφάπαξ ασφαλιστικής παροχής,  με τις διατάξεις της παραγράφου  6 του άρθρου 2 του νόμου  4024/2011, για όσους δημοσίους υπαλλήλους αποχώρησαν της υπηρεσίας μετά την 1.1.2010.

Είναι σαφές ότι με τις ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις περιορίζονται σημαντικά μια σειρά από δικαιώματα των ασφαλισμένων πουοι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν, με πρώτο και κύριο το δικαίωματων εν λόγω ασφαλισμένων στην προστασία της περιουσίας τους, όπως το δικαίωμα  αυτόκατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 Πέραν τούτου, οι ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις θέτουν μια σειρά από ζητήματα συμφωνίας τους προς επιμέρους συνταγματικούς κανόνες  και αρχές, ιδίως δε προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Πρωτίστως,  διότι με τη δεδομένη νομοθετική ρύθμιση η επιβολή της αντίστοιχης μείωσης στο ποσό της δικαιούμενης ασφαλιστικής παροχής,  αυτή καθ’ εαυτή, αλλά και το ακριβές  ύψος της εν λόγω μείωσης, εξαρτήθηκε όχι από κάποιο αντικειμενικό  κριτήριο, αλλά από το τυχαίο γεγονός του χρόνου  διεκπεραίωσης της  κάθε συγκεκριμένης ασφαλιστικής περίπτωσης από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης. Πράγματι, για την επιβολή των εξεταζόμενων αναδρομικών  μειώσεων των νόμων  4024/2011 και 4093/2012 δεν ασκεί επιρροή μόνον  ο χρόνος εξόδου του υπαλλήλου από την υπηρεσία, αλλά και ο χρόνος έκδοσης της σχετικής διοικητικής πράξης χορήγησης της εφάπαξ παροχής από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης.

Έτσι,είναι δυνατόν –και πιθανότατα έχει συμβεί στην πραγματικότητα-  κάποιος υπάλληλος, μολονότι αποχώρησε από την υπηρεσία σε μεταγενέστερο χρόνο από κάποιον άλλο συνάδελφό του, ο οποίος έλαβε μειωμένη εφάπαξ παροχή κατ’ εφαρμογή των νόμων 4024/2011 ή/και 4093/2012, να έχει λάβει ολόκληρη τη δικαιούμενη εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, δίχως δηλαδή οποιαδήποτε μείωση, για τον μόνο λόγο ότι η δική του υπόθεση διεκπεραιώθηκεσε συντομότερο χρόνο από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, για οποιονδήποτε λόγο.

Μάλιστα, υπό τα ανωτέρω δεδομένα,θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί,με βάση και την ήδη υπάρχουσα σχετική νομολογία των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων, ότι οι επίμαχες μειώσεις στις χορηγούμενες εφάπαξ ασφαλιστικές παροχές παραβιάζουν επιπλέον τις συνταγματικές  αρχές της χρηστής διοίκησης και του κράτους δικαίου, εφόσον ήθελε κριθεί ότι οι αρμόδιες διοικητικές αρχές καθυστέρησαν υπαίτια να εκδώσουν τις αναγκαίες  για την  απονομή των εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών διοικητικές πράξεις, ώστε ακριβώς οι αντίστοιχες ασφαλιστικές περιπτώσεις να καταληφθούν από το  πεδίο  αναδρομικής εφαρμογής των δυσμενών για τους ασφαλισμένους τους  νόμους4024/2011 και 4093/2012.

Η ανωτέρω προβληματική αποκτάιδιαίτερη βαρύτητα, εάν αναλογισθεί κανείς ότι σήμερα, για παράδειγμα,το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων εκδίδει πράξεις απονομής εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών υπέρ ασφαλισμένων του, δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν αποχωρήσει  από την υπηρεσία τους ήδη από τον Αύγουστο του 2010. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι χορηγούμενες στους εν λόγω ασφαλισμένους εφάπαξ παροχές επιβαρύνονται με τις διαδοχικές μειώσεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012, επειδή ακριβώς οι υποθέσεις των εν λόγω ασφαλισμένωνπαρέμειναν αδικαιολόγητα εκκρεμείς ενώπιον του συγκεκριμένου Ταμείου για χρονικό διάστημα 2 και πλέον ετών. Εάν δηλαδή οι ασφαλιστικές υποθέσεις των ανωτέρω υπαλλήλων είχαν διεκπεραιωθεί εγκαίρως από το ΤΠΔΥ, πριν  από τη δημοσίευση των ν. 4024/2011 και 4093/2012,  ως όφειλαν, οι εν λόγω ασφαλισμένοι θα ελάμβαναν το σύνολο της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου και όχι  την μειωμένη την οποία έλαβαν ή πρόκειται να λάβουν, καταλαμβανόμενοι από την αναδρομικότητα των ανωτέρω νόμων. Συναφώς,δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι λοιπές αρμόδιες διοικητικές αρχές είχαν ήδη προ πολλού διεκπεραιώσει τις αντιστοίχου περιεχομένου υποχρεώσεις τους έναντι των συγκεκριμένων υπαλλήλων (απονομή κύριας, επικουρικής σύνταξης και μερίσματος).

Περαιτέρω, ειδικής  μνείας χρήζει η περίπτωση των εκπαιδευτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, ασφαλισμένων στο ΤΠΔΥ. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, οι εκπαιδευτικοί υπάλληλοι ακόμη και εάν έχουν ήδη θεμελιώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους, μπορούν να αιτηθούν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, μόνον μετά τη λήξη του εκάστοτε διδακτικού έτους, ήτοι μόνον  μετά  την 1η Ιουλίου και δη  μέχρι την 10η Αυγούστου του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους, επιτρεπομένης της  αποχώρησής τους σε άλλη ημερομηνία πέραν του ανωτέρω περιορισμένου χρονικού διαστήματος μόνο κατ’ εξαίρεση, και δη  κατόπιν προηγούμενης  διοικητικής άδειας, για σοβαρούς λόγους υγείας ή οικογενειακούς λόγους. Λόγω της ρύθμισης αυτής,  η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών υπαλλήλων, σε αντίθεση με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, στερείται της ελευθερίας επιλογής του ακριβούς χρόνου αποχώρησής της από την υπηρεσία ή πάντως η σχετική ελευθερία περιορίζεται ουσιωδώς, ο δε χρόνος αποχώρησής τους από την υπηρεσία  τοποθετείται κατά  κανόνα, μετά τον μήνα Αύγουστο του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου οι εκπαιδευτικοί υπάλληλοι θεμελίωσαν το  συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα.Κατά τούτο, η ρύθμιση του  ν. 4093/2012 εγείρει σοβαρό ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας ειδικά καθόσον αφορά στους εκπαιδευτικούς υπαλλήλους, ασφαλισμένους στο ΤΠΔΥ, οι οποίοι θεμελίωσαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα  εντός του έτους  2010, αποχώρησαν όμως κατά τα ανωτέρω  από την υπηρεσία τους  μετά την 1η  Αυγούστου  του ίδιου έτους και για τον λόγο αυτό καταλήφθηκαν από την αναδρομικότητα του ν. 4093/2012, ο συντάκτης του οποίου –προφανώς όχι τυχαία-  έθεσε ως  κριτήριο για την  επιβολή της  αντίστοιχης μείωσης στην χορηγούμενη από το ΤΠΔΥ εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, την αποχώρηση του υπαλλήλου από την  υπηρεσία, συγκεκριμένα  μετά την 1η Αυγούστου 2010.

Τέλος, εξυπακούεται ότι όλοι οι θιγόμενοι από τις ανωτέρω ρυθμίσεις  ασφαλισμένοι διατηρούν το δικαίωμα της δικαστικής τους προστασίας, ασκώντας τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο.

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu