Επίσχεση εργασίας – Συμψηφισμός ανταπαίτησης εργοδότη – Συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα – Επιδόματα ΟΑΕΔ δεν αφαιρούνται από οφειλόμενες αποδοχές

Περίληψη Απόφασης:

Υποχρέωση εργοδότη για καταβολή συμφωνηθεισών αποδοχών και πέραν του παγίου μηνιαίου μισθού.

Επίσχεση εργασίας: προϋποθέσεις για μη καταχρηστικότητα αυτής, συνέπειες για εργοδότη. Κρίση περί μη καταχρηστικότητας επίσχεσης εργασίας με οφειλή 10 μηνών δεδουλευμένων αποδοχών, παρά τα οικονομικά προβλήματα του εργοδότη, κατόπιν προφορικών και εγγράφων διαμαρτυριών από τους εργαζομένους προς τον εργοδότη ενόψει μη καταβολής από τον τελευταίο κάθε δυνατής προσπάθειας ώστε να είναι συνεπής προς τους εργαζομένους του.

Συμψηφισμός ανταπαίτησης εργοδότη έναντι απαιτήσεων εργαζομένου: προϋποθέσεις παραδεκτού και ορισμένου σχετικής ένστασης. Κρίση περί αοριστίας ένστασης συμψηφισμού εργοδότη λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένου ποσού ζημίας και εξειδίκευσης είδους αυτής.

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα που υποκρύπτει σύμβαση αορίστου χρόνου λόγω κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη: Κρίση ότι συνεχόμενες τέτοιες συμβάσεις «ορισμένου» χρόνου αποτελούν εξαρχής μια σύμβαση αορίστου χρόνου και άρα ο εργοδότης υποχρεούται να απασχολεί τον εργαζόμενο και μετά τη λήξη του «ορισμένου χρόνου».

Αντικείμενο της εργατικής δίκης αποτελούν οι μικτές αποδοχές του εργαζομένου: απορρίπτεται ισχυρισμός εργοδότη περί έκπτωσης των ασφαλιστικών κρατήσεων, οι οποίες παρακρατούνται κατά την εκτέλεση της απόφασης από τον εργοδότη και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Μόνο σε περίπτωση αποδεδειγμένης καταβολής τους από τον εργοδότη στον τρίτο δικαιούχο εκπίπτουν (με ένσταση καταβολής από τον τελευταίο).

Το επίδομα ανεργίας ή βοήθημα επίσχεσης του ΟΑΕΔ δεν εκπίπτει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας με ένσταση (εκ του 656 ΑΚ) του εργοδότη, καθότι αποτελεί παροχή άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου του εργαζομένου και δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη.

Α. Κυριακίδης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός απόφασης

4893/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

(Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

Αποτελούμενο από τη δικαστή Σοφία Καβαρινού, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου, και από τη γραμματέα Σύρρου Παναγιώτα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, στις 29.5.2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) Γ.Κ. του Θ., κατοίκου Κ. Αττικής (οδός …), 2) Β.Δ. του Γ., κατοίκου Π. (οδός …), 3) Σ.Λ. του Ι., κατοίκου Κ. Αττικής (οδός …), 4) Α.Σ. του Ν., κατοίκου Κ. Αττικής (οδός …), 5) Τ.Ι. του Ε., κατοίκου Π. (οδός …), 6) Α.Χ. του Α., κατοίκου Π. Αττικής (οδός …) και 7) Φ.Ι. του Α., κατοίκου Σ. (οδός …), εκ των οποίων, οι μεν τρίτος και έκτος παραστάθηκαν μετά, οι δε λοιποί παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Αναστασίου Κυριακίδη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Η. Α.Β.Ε.Ε.», η οποία εδρεύει στο Π. Αττικής (Λεωφόρος …) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημητρίου Μπαρμπάτση.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 801/31.1.2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 22.3.2012 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους. Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό. Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως «ορισμένου χρόνου», φέρει «εν τοις πράγμασι» τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 1324/2010, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1512/2009, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 224/2009, ΤρΝομΠληρΔΣΑ, προσκομιζόμενη, ΕφΑΘ 6886/2004, ΤρΝομΠληρΔΣΑ, προσκομιζόμενη). Περαιτέρω, Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν 21 12/1920, 5 παρ. 1 του Ν 3 198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου» που κυρώθηκε με το Ν 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί κάθε πρόσθετη παροχή υπέρ τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας αυτού. Με την αποδοχή της πιο πάνω παροχής, υπό την έννοια αυτή, καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της, ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός αν αυτός επεφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως της ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν (ΑΠ 1033/2008, δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1290/2006, δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1090/2001 ΔΕΕ 2002,σ. 419, ΑΠ 695/2001 ΕλΔνη 2002,σ.733, ΕφΑΘ 9370/2005 ΕλΔνη 2006, σ.1108).

Με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν προφορικά μεταξύ εκάστου εξ αυτών και της εναγομένης, η οποία ασκεί επιχείρηση εμπορίας, κατασκευής, εγκατάστασης, συντήρησης και επισκευής ηλεκτρονικών οργάνων, προσλήφθηκαν, οι μεν πρώτος και δεύτερος στις 8.4.1999, ο δε τρίτος την 1.6.1985, ο τέταρτος την 25.9.2006, ο πέμπτος την 12.8.1999, ο έκτος την 1.11.2010 και ο έβδομος την 20.5.2010 και έκτοτε προσέφεραν την εργασία τους καθημερινά, με την ειδικότητα του ηλεκτρονικού (οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος εξ αυτών) και του βοηθού ηλεκτρονικού (ο πέμπτος εξ αυτών), υπό τις ειδικότερες συνθήκες που εκτίθενται στην αγωγή, έναντι των αποδοχών που επίσης αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή. Ειδικότερα, οι έκτος και έβδομος εκ των εναγόντων ισχυρίζονται ότι κατήρτισαν με την εναγομένη διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1.11.2010 έως 30.4.201 1 και από 30.4.201 1 έως 31.10.2011 (ο έκτος ενάγων), καθώς και από 20.5.2010 έως 19.11.2010 και από 19.11.2010 έως 20.5.201 1 (ο έβδομος ενάγων), η ορισμένη χρονική διάρκεια των οποίων όμως δε δικαιολογείτο αντικειμενικά από τη φύση της εργασίας που παρείχαν στην εναγομένη, υπό τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και, ως εκ τούτου, υπέκρυπταν αυτές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που παραμένουν ενεργές μετά τη λήξη της διάρκειας των ανωτέρω συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ότι η εναγομένη, από το καλοκαίρι του έτους 2010, άρχισε να εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές τις υποχρεώσεις προς τους εναγομένους, προβαίνοντας σε ελλιπείς και καθυστερημένες καταβολές των αποδοχών τους, με αποτέλεσμα έκαστος εξ αυτών να προβεί, κατά την 21.10.2011, σε επίσχεση της εργασίας του, λόγω μη καταβολής των αναφερομένων στην αγωγή δεδουλευμένων αποδοχών του από την εναγομένη. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούν, μετά από παραδεκτή διόρθωση του δικογράφου της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και με τις προτάσεις τους (224 ΚΓΊολΔ) και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, κατόπιν προφορικής δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επαναλαμβάνεται αναλυτικά στις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε στο ακροατήριο (αρθρ. 223, 224, 295 παρ.1 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, α) στον πρώτον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 34.630,27 Ευρώ, β) στο δεύτερο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 20.972,57 Ευρώ, γ) στον τρίτον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 27.379,29 Ευρώ, δ) στον τέταρτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 14.152,16 Ευρώ, ε) στον πέμπτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 17.784,99 Ευρώ, στ) στον έκτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 18.061,77 Ευρώ και ζ) στον έβδομο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 16.142,02 Ευρώ, που αντιστοιχούν σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος Φεβρουαρίου 2011 έως και Οκτωβρίου 2011, επίδομα αδείας έτους 2010 (μόνον ως προς τον α’ ενάγοντα) και 2011, αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, χρονικού διαστήματος, ως προς τον α’ ενάγοντα από 21.10.2011 έως 30.11.201 1 και αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2011, ως προς τους β’ και γ’ ενάγοντες, από 21.10.2011 έως 17.1.2012, ως προς το δ’ ενάγοντα, από 21.10.2011 έως 28.2.2012, ως προς τους ε’ και ζ’ ενάγοντες, από 21.10.2011 έως 12.2.2012 και ως προς τον στ’ ενάγοντα, από 21.10.2011 έως 3 1.4.2012 και επίδομα αδείας 2012, καθώς επίσης και αποδοχές απορρέουσες εκ της ειδικής συμφωνίας των εναγόντων με την εναγομένη για καταβολή προσθέτων αμοιβών για εξειδικευμένες εργασίες εγκατάστασης και απεγκατάστασης και επισκευής ασυρμάτων δικτύων κατόπιν κλήσης του πελάτη, καθώς και για εβδομαδιαία ετοιμότητα κλήσης, χρονικού διαστήματος από 1.1.2011 έως 30.9.2011, υπό τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Τα ανωτέρω ποσά, οι ενάγοντες αιτούνται με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Ζητούν, τέλος, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 παρ.2, 74 του ΚΠολΔ), με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. του ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 325, 329, 349, 350, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 908, 909 ΚΠολΔ, αρθρ.1 Ν.1082/1980, ΥΑ 19040/1981 και αρθρ. 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί η αγωγή, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, το αίτημα αυτής ως προς τον τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο των εναγόντων δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 Ευρώ) και, ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, κατά το υπερβάλλον του ποσού της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, αίτημα, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το αρθρ. 14 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/25.7.201 1 (βλ. τα υπ’ αριθμούς 262164 Α, 220698 Α, 222098 Α και 313282 Α φύλλα δικαστικού ενσήμου (αγωγόσημα), με τα επικολλημένα επ’ αυτών ενσήμων υπέρ του ΤΠΔΠ, καθώς και τα με αριθμούς 692304 Α, 692303 Α και 692305 Α ένσημα υπέρ του ΤΝ, αντίστοιχα).

Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1502/2010, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1 153/2009, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 81/2003, Αρμ2003, σ.369). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. με τον συμψηφισμό αποσβήνονται, κατά το μέρος που καλύπτονται, οι μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίες απαιτήσεις, αν αυτές είναι ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, και κατά την τοιαύτη του άρθρου 664 ιδίου κώδικος ο μισθωτής δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτηση του κατά του εκμισθωτού, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απόλυτα αναγκαίος για τη διατροφή του εκμισθωτή και της οικογένειάς του, εκτός αν η απαίτηση του (μισθωτή) πηγάζει από ζημία που προξένησε δολίως ο εκμισθωτής κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι δεν υπόκειται σε συμψηφισμό προς απαίτηση του εργοδότη και η αμοιβή του εργαζομένου από παρασχεθείσα, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία, ως συμπεριλαμβανομένη στην έννοια του, τεκμαιρόμενου ως αναγκαίου για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του, μισθού, εκτός αν συντρέχει η εκτεθείσα εξαιρετική περίπτωση της προελεύσεως της απαιτήσεώς του (εργοδότη) από ζημία προκληθείσα εκ δόλου του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του (ΑΠ 1269/2005, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσαλ 2562/2009, Αρμ 2010, σ.243, ΕφΠειρ 572/2009, ΠΕΙΡΝΟΜ 2010, σ.141, ΜΠρΠειρ 863/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η ένσταση του συμψηφισμού που προτείνεται στο δικαστήριο, πρέπει να διαλαμβάνεται στις προτάσεις του διαδίκου και σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται η συνδρομή των προϋποθέσεων του συμψηφισμού και συγκεκριμένα, α) περιγραφή, ο χρόνος γέννησης και το ποσό των απαιτήσεων που προτείνονται σε συμβιβασμό, οι οποίες πρέπει να είναι «αμοιβαίες» ως προς την αγωγική αξίωση, δηλαδή ο δανειστής της μιας απαίτησης να είναι συγχρόνως και οφειλέτης της άλλης και αντιστρόφως, β) οι απαιτήσεις πρέπει να είναι «ομοειδείς», γ) οι απαιτήσεις να είναι «υποστατές και έγκυρες», διότι άλλως δεν επέρχεται απόσβεση της έγκυρης παροχής και δ) οι αξιώσεις να είναι «ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες» (βλ. I. Κατρά, «Αγωγές και ενστάσεις Αστικού Κώδικα», εκδ. 2008, με εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Η εναγομένη, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις επί τις έδρας κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι κατά των εναγόντων έχει ανταπαίτηση που υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις τους, αιτία δε γέννησης αυτής είναι η παράβαση της υποχρέωσης πίστης των εναγόντων εργαζομένων προς αυτήν, με την τέλεση πράξεων αθεμίτου ανταγωνισμού σε βάρος της, που έγιναν από δόλο, την οποίαν προτείνει σε συμψηφισμό. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο πρώτος ενάγων διατηρούσε μαζί με τρεις άλλους εργαζομένους της εδώ εναγομένης, από το έτος 2008, εταιρεία, με το ίδιο αντικείμενο εργασιών με αυτό της εναγομένης και ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 έως τον Αύγουστο του 2011, η ως άνω εταιρεία (E. ΟΕ) αγόραζε από τρίτους και μεταπουλούσε στην εναγομένη τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, συνολικής αξίας 189.602,68 Ευρώ, πράξη δια της οποίας αποκόμισε συνολικό κέρδος ύψους 100.000 Ευρώ. Ότι οι υπόλοιποι έξη ενάγοντες συμμετείχαν καθημερινά στη λειτουργία της ως άνω ανταγωνίστριας εταιρείας, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως με τον πρώτον ενάγοντα για τη ζημία που η εναγομένη υπέστη συνεπεία των ως άνω ενεργειών τους, ήτοι των κερδών που της στέρησαν και τα οποία, ενόψει της οργάνωσής της και της ιδιότητάς της να εμπορεύεται τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, θα αποκόμιζε αν δε μεσολαβούσε ο αθέμιτος ανταγωνισμός των εναγόντων. Ότι, περαιτέρω, οι ενάγοντες, με την αιφνίδια και καταχρηστική άσκηση της ένδικης επίσχεσης εργασίας, στις 20.10.2011, προκάλεσαν στην εναγομένη ζημία πολλαπλάσια του οικονομικού τους αιτήματος, καθώς αυτή αδυνατούσε, κατά το μήνα Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011, να προσφέρει ανειλημμένες υπηρεσίες της στο σημαντικό πελάτη της, εταιρεία W. Ε., με συνέπεια να απολέσει προσδοκώμενα έσοδα ύψους 164.000 Ευρώ για τους μήνες αυτούς και να μην μπορέσει να ανανεώσει το συμβόλαιο συντήρησης με την ως άνω εταιρεία για το έτος 2012, από το οποίο (η εναγομένη) θα εισέπραττε 1.000.000 Ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός, επιχειρούμενος όπως θεμελιώσει ένσταση συμψηφισμού των ανωτέρω απαιτήσεων της εναγομένης έναντι των εναγόντων, είναι απορριπτέος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται, κατά την ανάπτυξή του, επακριβώς οι απαιτήσεις που προτείνονται προς συμψηφισμό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγείται. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται από την εναγομένη, σε τι ποσό συνίσταται η ζημία της από ενέργειες αθεμίτου ανταγωνισμού σε βάρος της, καθόσον το εκτιθέμενο από αυτήν ποσό των 100.000 Ευρώ συνιστά το κέρδος της αναφερομένης ως ανταγωνιστικά λειτουργούσας εταιρείας «E. ΟΕ», που αυτή αποκόμισε από τις πωλήσεις συγκεκριμένου εξοπλισμού στην εναγομένη, συνολικής αξίας 189.602,68 Ευρώ, ενώ δεν εκτίθεται, στα πλαίσια της σχετικά υποβληθείσας ένστασης, η ζημία στην περιουσία της εναγομένης εκ του λόγου αυτού, ήτοι ούτε η τυχόν θετική ζημία που αυτή υπέστη, δηλαδή η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας της, ούτε η αποθετική ζημία αυτής, δηλαδή η ματαίωση της αύξησης του ενεργητικού ή μείωσης του παθητικού της, η οποία θα ελάμβανε χώρα αν δε μεσολαβούσαν οι επικαλούμενες στην αγωγή ενέργειες αθεμίτου ανταγωνισμού των εναγόντων (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ερμηνεία ΑΚ, εκδ. 2003, υπό αρθρ. 298 ΑΚ, ΑΠ 462/2011, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επιπρόσθετα, αόριστος τυγχάνει ο ισχυρισμός και κατά το μέρος που με αυτόν η εναγομένη επιχειρεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτηση ύψους 1.164.000 Ευρώ, ως απολεσθέν εισόδημα, εκ της παροχής των υπηρεσιών της προς την εταιρεία W.Ε., καθόσον εκτίθεται μεν, από την εναγομένη, γενικά το ως άνω ποσό, ως προσδοκώμενο εισόδημα από την παροχή των υπηρεσιών αυτών κατά το χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2011 έως και Δεκεμβρίου 2012, πλην όμως δεν εκτίθενται τα περιστατικά και τα αριθμητικά δεδομένα που οδηγούν στην εξαγωγή του ποσού αυτού, ούτε οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα (κατάρτιση συμβάσεων με την ως άνω εταιρεία, διαπραγματεύσεις που καθιστούν τη σύναψη συμβάσεων αναμενόμενη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και λοιπά περιστατικά) που καθιστούν πιθανό το κέρδος της (ΟλΑΠ 20/1992 ΕλΔνη 1992, σ.1435, ΑΠ 560/2010, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1495/2009, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 61 1/2008, ΕΓΙολΔ 2008, σ.709, ΑΠ 390/2004, ΕλΔνη 2005, σ.1656, ΑΠ 998/2003, ΧρΙΔ 2004, σ.44, ΕφΑΘ 330/2006, ΔΕΕ 2007, σ.212, ΕφΑθ 435 1/2002, ΕλΔνη 2003, σ.198), επιπρόσθετα, δε, δεν αναφέρονται, στα πλαίσια του ως άνω ισχυρισμού, πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν την αιτιώδη συνάφεια της ζημίας της εναγομένης με τις ζημιογόνες ενέργειες των εναγόντων, ήτοι πώς συνδέεται η επιδιωκόμενη, ως άνω, αξίωση της εναγομένης με την άσκηση επίσχεσης εργασίας από τους ενάγοντες. Επομένως, ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης τυγχάνει απορριπτέος για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους. Περαιτέρω, η εναγομένη, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι η αξίωση των εναγόντων περί καταβολής σε αυτούς μισθών υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας από μέρους τους τυγχάνει αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, λόγω του ότι η επίσχεση ασκήθηκε καταχρηστικά, καθόσον η μη καταβολή των αποδοχών των εναγόντων οφείλετο σε οικονομική δυσχέρεια που εμφάνισε η εναγομένη εξαιτίας της εντεινόμενης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους τους έγινε, παρά την καταβολή σε αυτούς μέρους των οφειλομένων χρημάτων και κατά τρόπο αιφνιδιαστικό προς την εργοδότρια επιχείρηση. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, της με αριθμό 8.179/28.5.2012 ένορκης βεβαίωσης του Κ.Π. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αικατερίνης Χ. Αναστασιάδου, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, η οποία λήφθηκε νόμιμα (αρθρ. 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ), επιμελεία των εναγόντων, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση της αντιδίκου – εναγομένης (βλ. τη με αριθμό 829/23.5.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Π. Παπαγιάννη, περί επίδοσης στην εναγομένη της από 22.5.2012 κλήσης των εναγόντων προς αυτόν), καθώς και της με αριθμό 3.399/31.5.2012 ένορκης βεβαίωσης του Ζ.Ι.-Π., που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, η οποία λήφθηκε νόμιμα (αρθρ. 671 ΚΠολΔ) με επιμέλεια των εναγόντων, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση της αντιδίκου τους εναγομένης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, με τη διευκρίνιση ότι λαμβάνεται υπόψη μόνο για την αντίκρουση των νέων ισχυρισμών που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, από την εναγομένη (αρθρ. 237, συνδ. 270 ΚΠολΔ, ΑΠ 1646/2002, ΕλΔνη 2003, σ.725, ΕφΘεσσαλ 2886/2004, Αρμ 2005, σ.366), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη αποτελεί ανώνυμη εταιρεία συσταθείσα το έτος 1986, με κύριο εμπορικό σκοπό την εμπορία, κατασκευή, εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή ηλεκτρονικών οργάνων, συστημάτων και συσκευών, ηλεκτρονικών τηλεφωνικών κέντρων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και μέσων τηλεπικοινωνίας και πληροφορικής και την παροχή και μεταπώληση τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών εν γένει. Δυνάμει εγκύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν προφορικά μεταξύ της εναγομένης και των α’, β’, γ’, δ’ και ε’ των εναγόντων, στις 8.4.1999, 8.4.1999, 1.6.1985, 25.9.2006 και 12.8.1999, αντίστοιχα, οι ως άνω ενάγοντες προσλήφθηκαν από την ως άνω εταιρεία, προκειμένου να εργασθούν υπό την ειδικότητα του ηλεκτρονικού, οι α’, β’, γ’ και δ’ εξ αυτών και με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτρονικού ο ε’ εξ αυτών, έναντι συμφωνηθεισών αποδοχών που ανέρχοντο, για τον μεν α’ ενάγοντα, στο ποσό των 2.590 Ευρώ από την 1.1.2009, στο β’ ενάγοντα, στο ποσό των 1.547 Ευρώ, στο γ’ ενάγοντα, στο ποσό των 2.070 Ευρώ, στο δ’ ενάγοντα, στο ποσό των 964,70 Ευρώ και στον ε’ ενάγοντα, στο ποσό των 1.040 Ευρώ (μικτές αποδοχές) από την 1.2.2009. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, οι προαναφερθέντες ενάγοντες απασχολήθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης, με τις ως άνω ειδικότητες, με πλήρες ωράριο, σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ωράριο 08.30 έως 16.30. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη, συναγομένης, ως προς αυτά, σιωπηρής ομολογίας αυτής (αρθρ. 261 εδ.β’ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ του έκτου (στ’) ενάγοντα, Χ.Α. και της εναγομένης, νομίμως εκπροσωπουμένης, προσλήφθηκε αυτός, προκειμένου να ολοκληρώσει την πρακτική του άσκηση, ως τελειόφοιτος φοιτητής στο Τ.Ε.Ι. Πειραιά, για χρονικό διάστημα από 1.11.2010 έως 30.4.201 1. Ακολούθως, μετά τη λήξη της διάρκειας της ανωτέρω σύμβασης, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ των ως άνω διαδίκων, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1.5.2011 έως 31.10.2011 (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενη από την εναγομένη, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου). Εξάλλου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 20.5.2010 μεταξύ του έβδομου (ζ’) ενάγοντα, Ι.Φ. και της εναγομένης, νομίμως εκπροσωπουμένης, προσλήφθηκε αυτός, προκειμένου να ολοκληρώσει την πρακτική του άσκηση, ως τελειόφοιτος φοιτητής στο Τ.Ε.Ι. Πειραιά, για χρονικό διάστημα από 20.5.2010 έως 19.11.2010. Ακολούθως, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 20.11.2010 έως 20.5.2011. Στη συνέχεια, στις 23.5.2011, καταρτίσθηκε εγγράφως, μεταξύ των ως άνω διαδίκων, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 21.5.2011 έως 20.11.2011 (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενη από την εναγομένη, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου). Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, οι δύο προαναφερθέντες ενάγοντες (έκτος και έβδομος) απασχολήθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης, με την ειδικότητα του ηλεκτρονικού, με πλήρες ωράριο, σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ωράριο 08.30 έως 16.30. Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, οι δύο ανωτέρω ενάγοντες, ήταν επιφορτισμένοι, όπως και οι λοιποί ενάγοντες, με την εκτέλεση εργασιών εγκατάστασης και επισκευής συστημάτων τηλεπικοινωνιών και δη ασυρμάτων δικτύων σε πελάτες της εναγομένης. Κατά την παροχή της εργασίας τους στην εναγομένη, οι δύο ως άνω ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, αφού το τμήμα στο οποίο εργάζονταν χρειαζόταν, για την ομαλή λειτουργία του, σε σταθερή και καθημερινή βάση τις υπηρεσίας τους. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης από τους ενάγοντες εργασίας, όπως αυτή περιγράφηκε από τους μάρτυρες απόδειξης και συνάγεται από την εκτίμηση του λοιπού προσκομιζομένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικού υλικού, σε συνδυασμό με το ότι οι ανωτέρω συμβάσεις ορισμένου χρόνου ανανεώνονταν σταθερά και με τέτοια διάρκεια και συχνότητα, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι κάλυπταν ανάγκες που συνδέονται με την καλή λειτουργία του αντιστοίχου τμήματος της εναγομένης. Εξάλλου, αντίθετη κρίση περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, δε δύναται να συναχθεί από τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας συμφωνήθηκαν ως «ορισμένης διάρκειας», μόνο προκειμένου να ολοκληρώσουν οι ως άνω ενάγοντες την πρακτική τους άσκηση και να λάβουν το πτυχίο τους, από το Τ.Ε.Ι. Πειραιά, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικό υλικό (οι εν λόγω συμβάσεις ήταν ενεργείς, κατά την αρχικά ορισθείσα διάρκειά τους, και μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του έκτου και εβδόμου των εναγόντων, ήτοι στις 14.7.2011 και στις 10.3.2011, αντίστοιχα, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες πιστοποιητικά αποφοίτησης), αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι, από μόνο το γεγονός της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας από τους ως άνω ενάγοντες, κατά την αρχή της εργασιακής τους σχέσης με την εναγομένη, δε συνάγεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας, ως προς το είδος και το σκοπό τους, έχουν χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι εν λόγω εργασίας του έκτου και έβδομου των εναγόντων, έχουν εξαρχής χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και, κατά συνέπεια, ενόψει του ότι δε μεσολάβησε αιτία λήξης τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκτείνονται χρονικά καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Η συμφωνηθείσα αμοιβή του έκτου (στ’) ενάγοντα για την παροχή της εργασίας του, ανήρχετο σε ποσό 940 Ευρώ μικτά έως την 31.7.2011 και από την 1.8.2011 σε 1.142,86 Ευρώ μικτά, ενώ η συμφωνηθείσα αμοιβή του έβδομου (ζ’) ενάγοντα, ανήρχετο σε ποσό 940 Ευρώ μικτά έως την 15.3.2010 και σε 1.142,86 Ευρώ μικτά από την 16.3.2011. Πέραν του κατά τα άνω συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των εναγόντων, είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταβολής πρόσθετων αμοιβών, καταβαλλόμενων επιπλέον του μηνιαίου μισθού τους, σε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τους, α) για «εκτός έδρας» εγκατάσταση ενός ασύρματου δικτύου, αποτελούμενου από 2 σημεία – «links» (εντός Αττικής 70 Ευρώ, εκτός Αττικής και σε απόσταση έως 250 χλμ, 300 Ευρώ εάν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 273 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί, εκτός Αττικής, σε απόσταση μεγαλύτερη των 250 χλμ, 426 Ευρώ εάν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 370 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί, εκτός Αττικής σε νησιά, 450 Ευρώ εάν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 388 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί), β) για «εκτός έδρας» απεγκατάσταση ασυρμάτου δικτύου (35 Ευρώ εντός Αττικής, εκτός Αττικής σε απόσταση έως 250 χλμ, 150 Ευρώ εάν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 137 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί, εκτός Αττικής και σε απόσταση μεγαλύτερη των 250 χλμ, 213 Ευρώ εάν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 185 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί, εκτός Αττικής σε νησιά, 225 Ευρώ αν απασχολούνταν 3 τεχνικοί και 194 Ευρώ εάν απασχολούνταν 2 τεχνικοί), γ) για ειδικές συνθήκες εργασίας σε εγκατάσταση και απεγκατάσταση ασυρμάτου δικτύου (για απασχόληση πρωινή, πριν τις 06.00 ή βραδινή, μετά τις 18.30, 15 Ευρώ παγίως ανά εργασία, κατ’ απασχολούμενο άτομο, bonus ύψους 15 ευρώ παγίως ανά εργασία, κατ’ απασχολούμενο άτομο, bonus επιστροφής 21 Ευρώ κατ’ απασχολούμενο άτομο, bonus κεραίας, 36 Ευρώ για κεραίες ύψους 1,2μ., 106 Ευρώ για κεραίες ύψους από 2,4 μ., 130 Ευρώ για κεραίες ύψους από 3,0μ., αμοιβή εγκατάστασης υποδέκτη κεραίας, 25 Ευρώ παγίως ανά υποδέκτη και κατ’ απασχολούμενο άτομο), δ) για επισκευές δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out», εκτός ωραρίου, 15 Ευρώ κατ’ άτομο ανά εργασία, υπό την προϋπόθεση ότι ο τεχνικός θα επέστρεφε από την εργασία του μετά τις 18.30, 41 Ευρώ για Σαββατοκύριακα για ένα άτομο ανά εργασία, 76 Ευρώ για δύο άτομα ανά εργασία και 100 Ευρώ για τρία άτομα ανά εργασία, για 2η ημέρα απασχόλησης 15 ευρώ κατ’ άτομο ανά εργασία υπό την προϋπόθεση ότι ο τεχνικός θα επέστρεφε από την εργασία του μετά τις 18.30 και για Σαββατοκύριακο, 65 Ευρώ για ένα άτομο ανά εργασία, 118 Ευρώ για δύο άτομα ανά εργασία και 153 Ευρώ για τρία άτομα ανά εργασία), ε) για εγκατάσταση, απεγκατάσταση ή επισκευή ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ (85 Ευρώ κατ’ άτομο και ανά ημέρα απασχόλησης και 41 Ευρώ εάν η απασχόληση δεν κάλυπτε ολόκληρη την ημέρα) και στ) για ετοιμότητα προς εργασία («stand by», για δύο τεχνικούς ανά εβδομάδα, το ποσό των 130 Ευρώ, κατανεμούμενο 80 Ευρώ – 50 Ευρώ, εφόσον ο ένας τεχνικός ήταν εμπειρότερος του άλλου, ή κατ’ ισομοιρία 65 Ευρώ – 65 Ευρώ, εφόσον οι τεχνικοί ήταν της αυτής εμπειρίας, ενώ από 1.4.2011, η εναγομένη διατηρούσε σε ετοιμότητα κλήσης μόνο τον α’ ενάγοντα, έχοντας συμφωνήσει να του καταβάλει ως ειδική αμοιβή «stand by» το ποσό των 80 Ευρώ ανά εβδομάδα). Οι ανωτέρω συμφωνίες για ειδικές και επιπλέον του μηνιαίου μισθού αμοιβές, εξειδικεύονταν και οριστικοποιούνταν μεταξύ εκάστου εκ των εναγόντων και της εναγομένης, κατά την ολοκλήρωση της κάθε εργασίας, οπότε οι ενάγοντες εργαζόμενοι της παρέδιδαν έγγραφη αναφορά ολοκλήρωσης εργασίας («Work Completance Sheet»), στην οποίαν οριστικοποιείτο από την εναγομένη το ποσό εκάστης εκ των ανωτέρω αμοιβών. Οι ανωτέρω πρόσθετες παροχές, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί να καταβάλλονται τακτικά έναντι της παρεχόμενης «εκτός έδρας» εργασίας των εναγόντων, συνιστά μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Η εναγομένη, με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, δεν αρνείται την κατάρτιση των εν λόγω συμφωνιών με τους ενάγοντες περί καταβολής πρόσθετης αμοιβής σε αυτούς, για τους ανωτέρω αναφερομένους λόγους, πλην όμως ισχυρίζεται ότι από την 1.6.2010 και επέκεινα, μεταβλήθηκε ο τρόπος χρεώσεων εξόδων κίνησης και ταξιδιών εσωτερικού, με αποτέλεσμα να μην προβλέπονται πλέον αμοιβές ειδικών εργασιών προς τους ενάγοντες. Ωστόσο, από το προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ότι από την ως άνω ημερομηνία μεταβλήθηκε ο τρόπος αμοιβής των υπαλλήλων της εναγομένης, αναφορικά με την εκτέλεση εργασιών εκτός έδρας, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, ενόψει του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα No 495 (προσαγόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη, σχετ. 14Α), που φέρει ημερομηνία 18.5.2010, απεστάλη προς τους Διευθυντές των τμημάτων της εναγομένης ή ότι υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή συμφωνίας με τους εργαζομένους ενάγοντες. Περαιτέρω, σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους στην εναγομένη, με την ως άνω ειδικότητα, αδιαλείπτως, απασχολούμενοι στο τμήμα τεχνικών ασυρμάτων δικτύων της εναγομένης, του οποίου προΐστατο ο πρώτος εξ αυτών. Από τα μέσα του έτους 2010, η εναγομένη άρχισε να είναι ασυνεπής περί την εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, ενώ από το Φθινόπωρο του έτους 2010, οι οφειλές της εναγομένης προς αυτούς αυξήθηκαν. Εν τέλει, η εναγομένη από τις αρχές του έτους 2011, άρχισε να οφείλει το μεγαλύτερο μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, όπως αυτές αναλυτικά εκτίθενται κατωτέρω, πλην όμως αυτοί, εξακολούθησαν να παρέχουν την εργασία τους εκεί, διαμαρτυρόμενοι προφορικώς στους νομίμους εκπροσώπους της για τη μη καταβολή των αποδοχών τους και αναμένοντας τη βελτίωση της οικονομικής θέσης της εναγομένης (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, Γ.Π., στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και μάρτυρα απόδειξης, Κ.Π., στη με αριθμό 8.179/2012 ένορκη βεβαίωσή του), μέχρι την 21.10.2011. οπότε προέβησαν σε επίσχεση της εργασίας τους, λόγω μη καταβολής σε αυτών των αναφερομένων εκεί δεδουλευμένων αποδοχών τους, ήτοι στον πρώτο ενάγοντα 19.620 Ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα 13.105,16 Ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα 12.983,68 Ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα 11.588 Ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα 15.992,65 Ευρώ, στον έκτο ενάγοντα 9.658,27 ευρώ και στον έβδομο ενάγοντα 11.928 Ευρώ, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην από 20.10.2011 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 21.10.2011 (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, με αριθμό 5226Ε’/21.10.2011 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Διονυσίου Π. Κριάρη, αναφορικά με την επίδοση της από 20.10.2011 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας αυτών στην εναγομένη). Έκτοτε, λόγω της άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, οι ενάγοντες έπαυσαν να παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη. Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους των εναγόντων έγινε κατά παράβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη. Ειδικότερα, η άσκηση της επίσχεσης εργασίας από τους ενάγοντες δεν έγινε αιφνιδίως, αλλά μετά από αλλεπάλληλες προφορικές και γραπτές υπομνήσεις τους προς τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, περί καταβολής των οφειλομένων σε αυτούς αποδοχών, όπως αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Γ.Π., στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (αναφέρει «… Πριν την επίσχεση είχαμε κάνει άπειρα ραντεβού με τον νόμιμο εκπρόσωπο, η στάση της διοίκησης ήταν εντάξει θα το κάνω…»), όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Κ.Π., επ’ αφορμή της με αριθμό 8.179/2012 ένορκης βεβαίωσής του (αναφέρει «… παρά την υπομονή που κάναμε όλοι, δουλεύοντας για σχεδόν όλο το 2011 απλήρωτοι, δεν βλέπαμε ανταπόκριση από πλευράς της εταιρίας…»), σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενη, από 13.4.2011, ηλεκτρονική επιστολή του πρώτου ενάγοντα προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας από τους ενάγοντες, οι οποίοι συνολικά συνιστούσαν ένα τμήμα της εναγομένης (τμήμα ασύρματων επικοινωνιών της εναγομένης) είχε ως αποτέλεσμα να αδυνατεί η εναγομένη να προφέρει τις υπηρεσίες της στην εταιρεία W.Ε., που αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους πελάτες της, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011 και για το έτος 2012, ενόψει του ότι, από το προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενο από την εναγομένη, από 17.5.2012, ημερολόγιο πελάτη δεν αποδεικνύεται η απώλεια τιμολογήσεων προς την ως άνω εταιρεία (W.Ε.) για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2012, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιο συντήρησης με την ως άνω εταιρεία για το έτος 2012 (επιπρόσθετα, βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ανταποδεικτικά, με αριθμό 3.399/31.5.2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης, Ζ.Ι.-Π.). Ούτε, άλλωστε, δύναται να συναχθεί ότι η ως άνω επίσχεση εργασίας των εναγόντων και η τυχόν υφιστάμενη ζημία της εναγομένης εξ αυτής (η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε), συνδέονται αιτιωδώς με τη συμμετοχή των εναγόντων, είτε ως ιδρυτικών μελών είτε ως εργαζομένων, στην εταιρεία με την επωνυμία «Ε. ΟΕ», η οποία είχε όμοιο αντικείμενο εργασιών με αυτό της εναγομένης, εφόσον η εν λόγω εταιρεία λειτουργεί ήδη από το έτος 2008, ήτοι σε χρονικό διάστημα κατά πολύ προγενέστερο της ημερομηνίας άσκησης επίσχεσης εργασίας από τους ενάγοντες (βλ. προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενο από την εναγομένη, από 1.4.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, η οποία πράγματι παρουσίαζε οικονομικές δυσχέρειες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να είναι συνεπής προς τους εργαζομένους ενάγοντες, δεδομένης και της μεγάλης αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, συγκριτικά με τις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων (βλ. προσκομιζόμενη από την εναγομένη και επικαλούμενη, με αριθμό 1558/23.3.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αναφορικά με το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης της εναγομένης, κατ’ αρθρ. 99-106 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα), ούτε αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων οφείλετο σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες, ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς για την εναγομένη περιστάσεις. Αντιθέτως, η εναγομένη, μολονότι κατά τις αρχές Νοεμβρίου 2011 προέβη σε μερική καταβολή αποδοχών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011 προς τους λοιπούς εργαζομένους της, εξαίρεσε ρητώς τους εδώ ενάγοντες, ως εργαζομένους που είχαν ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας τους, ενέργεια η οποία καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να είναι συνεπής προς αυτούς (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, από 4.1 1.201 1 ηλεκτρονική επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Ν.Π.). Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου περί των ανωτέρο), τυγχάνει ότι και ο αρμόδιος επιθεωρητής εργασίας, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση διαφοράς ενώπιον της αρμοδίας Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «…Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τη γνώμη της νομολογίας και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, οφειλή δέκα μηνών συνιστά σοβαρό λόγο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης.» (βλ. προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο και επικαλούμενο, με αριθμό 192/1.11.2011 Δελτίο εργατικής διαφοράς). Εξάλλου, αντίθετη κρίση περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δε δύναται να συναχθεί ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ούτε από την προσκομιζόμενη (σε φωτοαντίγραφο) και επικαλούμενη από την εναγομένη, από 1.12.2011 επιστολή, που φέρει τις υπογραφές ορισμένων εργαζομένων της, με περιεχόμενο τη δέσμευση αυτής όπως, όταν ανακάμψει οικονομικά να καταβάλει τα οφειλόμενα στους εναγομένους σε εύλογο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι η επιστολή αυτή έπεται χρονικά της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους των εναγόντων, ούτε από την προσκομιζόμενη (σε φωτοαντίγραφο) και επικαλούμενη από την εναγομένη, από 5.9.2011 επιστολή, του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, περί καταβολής, μίας φοράς το μήνα, του ποσού των 700 Ευρώ στους εργαζομένους, έναντι μισθού και επιπλέον 100 Ευρώ για κάθε παιδί της οικογένειας που είναι προστατευόμενο μέλος, καθόσον η εν λόγω επιστολή συνιστά μία μονομερή ενέργεια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και δεν καταδεικνύει την επίτευξη σχετικής συμφωνίας αυτής με τους ενάγοντες. Επιπρόσθετα, αντίθετη κρίση περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δε δύναται να συναχθεί ούτε από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη, με αριθμό πρωτ. 14/5.12.2011, από 5.12.2011, με αριθμ. πρωτ. 15/27.2.2012 και με αριθμ. πρωτ. 16/27.2.2012 εκθέσεις εσωτερικού ελέγχου της εναγομένης, οι οποίες, άλλωστε, δε φέρουν την υπογραφή του συντάξαντος αυτές εσωτερικού ελεγκτή, ούτε συνοδεύονται από την άσκηση κάποιου ενδίκου βοηθήματος (αγωγής ή μήνυσης) από μέρους της εναγομένης, αναφορικά με τα αναφερόμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά που ενεργήθηκαν σε βάρος της. Επομένως, ο σχετικά προβαλλόμενος από την εναγομένη ισχυρισμός, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Σε συνέχεια των ανωτέρω, απορριπτέος τυγχάνει, για τον ίδιον ως άνω λόγο, και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι μη νομίμως κατεβλήθησαν στους ενάγοντες ποσά, ως επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2011, για όλο το χρονικό διάστημα από 1.5.2011 έως 31.12.2011, ενώ από την 20.10.2011 ευρίσκοντο αυτοί σε καταχρηστική επίσχεση εργασίας και προτείνει σε συμψηφισμό τα αχρεωστήτως καταβληθέντα στους ενάγοντες ποσά, έναντι του Δώρου Χριστουγέννων έτους 2011, για το μετά την 20.10.2011 χρονικό διάστημα, καθόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οι ενάγοντες άσκησαν νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, κατά την ως άνω ημερομηνία και, συνακόλουθα, δικαιούνται το σύνολο του αναλογούντος επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2011. Σε συνέχεια των ανωτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται τα κάτωθι ποσά, ως δεδουλευμένες αποδοχές, ως αποδοχές υπερημερίας συνεπεία επίσχεσης εργασίας και ως πρόσθετη αμοιβή για εργασίες εκτός έδρας, ήτοι : Α) Ο πρώτος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές περιόδου 16.1.201 1 – 31.12.2011, ποσού (2.590 : 2 =) 1.295 Ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε αυτός το ποσό των 800 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά 495 Ευρώ. 2) Δεδουλευμένες αποδοχές περιόδου 1.2.2011 – 21.10.201 1, το ποσό των (2.590 Ευρώ Χ 8,7 μήνες =) 22.533 Ευρώ. 3) Επίδομα αδείας έτους 2010, το ποσό των (2.590 Χ 1/2 =) 1.295 Ευρώ. 4) Επίδομα αδείας έτους 2011, το ποσό των 1.295 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο πρώτος ενάγων δικαιούται ποσό των 25.618 Ευρώ. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : α) Αποδοχές περιόδου 21.10.2011 – 31.11.2011, το ποσό των (2.590 Ευρώ Χ 1,33 μήνες =) 3.444,70 Ευρώ. β) Αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2011, ενόψει του ότι η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5.2011 έως 30.11.2011, ήτοι για 214 ημέρες εργασίας, ήτοι ποσό 2.430,26 Ευρώ [22,52 ημερομίσθια (πίνακας σε Κ. Λαναρά «Νομοθεσία εργατική και ασφαλιστική», σ. 541) Χ ημερομίσθιο (2.590 : 25 =) 103,60 Ευρώ = 2.333,07 Ευρώ + (2.333,07 Χ προσαύξηση επιδόματος αδείας 0,04166 =) 97,19 Ευρώ]. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο πρώτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 5.874,96 Ευρώ, πλην όμως αυτός αιτείται το έλασσον ποσό των 5.849,07 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητας κλήσης για εργασία (stand by) για όλες τις εβδομάδες του χρονικού διαστήματος 1.4.2011 έως 30.9.2011, το ποσό των (24 εβδομάδες Χ 80 Ευρώ εβδομαδιαίως =) 1.920 Ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον πρώτον ενάγοντα, από 30.9.2011 απόδειξη δαπανών). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο πρώτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 33.387,07 Ευρώ. Β) Ο δεύτερος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.2.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των (1.547 Ευρώ Χ 8,7 μήνες =) 13.458,90 Ευρώ. β) Επίδομα αδείας 2011, το ποσό των (1.547 Χ 1/2 =) 773,50 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το ποσό των 14.232,40 Ευρώ, πλην όμως ο δεύτερος ενάγων αιτείται το έλασσον ποσό των 14.201,46 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 17.1.2012, το ποσό των (1.547 Ευρώ Χ 2,86 μήνες =) 4.424,42 Ευρώ. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με το Φλώκα Ιωάννη (ζ’ ενάγοντα), για τις εβδομάδες 24.1.201 1 έως 30.1.2011 και 21.2.2011 έως 27.2.2011, το ποσό των (80 Ευρώ ανά εβδομάδα Χ 2 εβδομάδες =) 160 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω  πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (107 + 127 + 126 + 41 + 95 + 15+ 85 + 56+ 8,75 + 9 + 9 + 15 + 680 +255 + 35 + 15 + 68 + 219 + 15 + 90 + 250 =) 2.320,75 Ευρώ, έναντι του οποίου ο δεύτερος ενάγων έλαβε το ποσό των 165 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 2.155,75 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.315,75 Ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 20.941,63 Ευρώ. Γ) Ο τρίτος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.2.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των (2.070 Ευρώ Χ 8,7 μήνες =) 18.009 Ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε (ως αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2011) το ποσό των 900 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 17.109 Ευρώ. β) Επίδομα αδείας 2011, το ποσό των (2.070 Χ 1/2 =) 1.035 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.144 Ευρώ, πλην όμως ο τρίτος ενάγων, αιτείται, για τις ως άνω αιτίες, το έλασσον ποσό των 1 8.102,60 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 17.1.2012, το ποσό των (2.070 Ευρώ Χ 2,86 μήνες =) 5.920,20 Ευρώ. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με τον Τ.Ι. (ε’ ενάγοντα), για την εβδομάδα 28.2.2011 έίος 6.3.2011, το ποσό των 65 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (32,50 + 126 + 328,30 + 53 + 112+ 15 + 41,50 + 11,66 + 33,33 + 121 + 23,75 + 23,75 + 8,75 + 8,75 + 35 + 16 + 16 + 16 + 16 + 17,50 + 291,70 + 301,70 + 53 + 53 + 53 + 32,50 + 17,50 + 17,50 + 32,50 + 12,50 + 680 + 340 + 13,50 + 9 + 9 + 30 + 17,50 + 239 + 15 + 17,50 + 9 + 17,50 + 458,30 + 81 + 17,50 + 245 + 245 + 245 + 15 + 38 =) 4.662,49 Ευρώ, έναντι του οποίου ο τρίτος ενάγων έχει λάβει το ποσό των 1.412,40 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 3.250,09 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο τρίτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 3.315,09 Ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τρίτος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 27.337,89 Ευρώ. Δ) Ο τέταρτος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.3.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των (964,70 Ευρώ Χ 7,7 μήνες =) 7.428,19 Ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε (ως αποδοχές μηνός Μαρτίου 201 1) το ποσό των 242,55 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 7.185,64 Ευρώ. β) Επίδομα αδείας 201 1, το ποσό των (964,70 Χ 1/2 =) 482,35 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 7.667,99 Ευρώ, πλην όμως ο τέταρτος ενάγων, αιτείται, για τις ως άνω αιτίες, το έλασσον ποσό των 7.648,70 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 28.2.2012, το ποσό των (964,70 Ευρώ Χ 4,23 μήνες =) 4.080,68 Ευρώ. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με τον Π.Α., για την εβδομάδα 31.1.2011 έως 6.2.2011, το ποσό των 65 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (35 + 35 + 705 + 32,50 + 32,50 + 8,75 + 53 + 15 + 51,50 + 35 + 230 + 8,75 + 17,50 + 23,75 + 97 + 8,75 + 33,30 + 8,75 + 13 + 23,75 + 8,75 + 23,75 + 8,75 + 49,25 + 49,25 + 15 + 8,75 + 15 + 48,50 + 377 + 158,50 + 17,50 + 35,50 + 17,50 + 8,75 =) 2.309,55 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο τέταρτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.374,55 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τέταρτος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 14.103,93 Ευρώ. Ε) Ο πέμπτος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.2.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των (1.040 Ευρώ Χ 8,7 μήνες =) 9.048 Ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε (ως αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2011) το ποσό των 661,50 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 8.386,50 Ευρώ. β) Επίδομα αδείας 2011, το ποσό των (1.040 Χ 1/2 =) 520 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 8.906,50 Ευρώ, πλην όμως ο τέταρτος ενάγων, αιτείται, για τις ως άνω αιτίες, το έλασσον ποσό των 8.885,70 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 12.2.2012, το ποσό των (1.040 Ευρώ Χ 3,7 μήνες =) 3.848 Ευρώ. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με τον Π.Α., για την εβδομάδα 10.1.2011 έως 16.1.2011 και μαζί με τον Σ.Λ. για την εβδομάδα 28.2.2011 έως 6.3.2011, το ποσό των (65 Ευρώ Χ 2 εβδομάδες =) 130 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (17,50 + 15 + 17,50 + 206 + 144 + 32,50 + 32,50 + 23,75 + 8,75 + 35 + 23,75 + 16,25 + 32,50 + 23,75 + 53 + 112 + 15 + 41,50 + 1 1,66 + 33,33 + 121 + 97 + 16 + 16 + 16 + 16 + 17,50 + 291,70 + 301,70 + 17,50 + 53 + 53 + 53 + 53 + 8,75 + 8,75 + 8,75 + 8,75 + 32,50 + 32,50 + 17,50 + 17,50 + 32,50 + 30 + 10 + 12,50 + 8,75 + 8,75 + 680 + 340 + 255 + 13,50 + 35 + 9 + 9 + 8,75 + 23,75 + 23,75 + 60 + 239 + 15 + 68 + 68 + 9 + 17,50 + 17,50 + 458,30 + 81 + 17,50 + 245 + 245 + 245 + 15 + 38 =) 5.491,69 Ευρώ, έναντι του οποίου ο πέμπτος ενάγων έλαβε το ποσό των 1.506,40 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, επομένως του οφείλεται η διαφορά ποσού 3.985,29 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο πέμπτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 4.115,29 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πέμπτος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 16.848,99 Ευρώ. ΣΤ) Ο έκτος ενάγων: 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.3.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των 662 Ευρώ ως αποδοχές Μαρτίου 2011, έναντι των οποίων ο έκτος ενάγων έλαβε ποσό 40 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 622 Ευρώ, το ποσό των 662 Ευρώ ως αποδοχές Απριλίου 201 1, το ποσό των (940 Ευρώ Χ 3 =) 2.820 Ευρώ, ως αποδοχές Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2011 και το ποσό των (1.142,86 Ευρώ 2,7 μήνες =) 3.085,72 Ευρώ, ως αποδοχές περιόδου 1.8.2011 – 21.10.2011, ήτοι συνολικά ποσό 7.189,72 Ευρώ. β) Επίδομα αδείας 2011, το ποσό των (1.142,86 Χ 1/2 =) 571,43 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο έκτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 7.761,15 Ευρώ, πλην όμως αιτείται το έλασσον ποσό των 7.738,30 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας: α) Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 30.4.2012, το ποσό των (1.142,86 Ευρώ Χ 6,3 μήνες =) 7.200,02 Ευρώ. β) Επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2012, το ποσό των (1.142,86 Ευρώ Χ 1/2 = ) 571,43, προσαυξημένο κατά 0,04166 λόγω συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ήτοι ποσό 595,23 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, οφείλεται στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 7.795,25 Ευρώ. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με τους Π.Α. και Φ.Ι. για τις εβδομάδες 7.1.2011 έως 9.1.2011 και από 17.2.201 1 έως 20.2.2011, αντίστοιχα, το ποσό των (50 Ευρώ Χ 1 εβδομάδα =) 50 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (8,75 + 36,50 + 15 + 17,50 + 29 + 23,75 + 17,50 + 17,50 + 23,75 + 15 + 206 + 199 + 68,50 + 59 + 8,75 + 16,25 + 17,50 + 8,75 + 17,50 + 32,50 + 32,50 + 32,50 + 97 + 23,75 + 23,75 + 8,75 + 8,75 + 33,30 + 23,75 + 8,75 + 35 + 23,75 + 8,75 + 23,75 + 50 + 8,75 + 8,75 + 4,50 + 32,50 + 53 + 221 + 79,25 + 50 + 17,50 + 32,50 + 23,75 + 23,75 + 23,75 + 83,50 + 30 + 10 + 32,50 + 17,50 + 340 + 8,75 + 17,50 + 50 + 30 + 68 + 15 + 15 + 15 + 68 + 17,50 + 68 + 15 + 30 + 32,50 + 15 + 68 + 30 + 17,50 + 193 + 17,50 + 17,50 + 8,75 =) 3.182,05 Ευρώ, έναντι του οποίου ο έκτος ενάγων έλαβε το ποσό των 726,70 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 2.455,35 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο έκτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.505,35 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο έκτος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 18.038,90 Ευρώ. Ζ) Ο έβδομος ενάγων : 1) Ως δεδουλευμένες αποδοχές : α) Αποδοχές χρονικής περιόδου από 1.2.2011 έως 21.10.2011, το ποσό των 940 Ευρώ ως αποδοχές Φεβρουαρίου 2011, έναντι των οποίων αυτός έλαβε ποσό 320 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 620 Ευρώ, το ποσό των 1.021,14 Ευρώ ως αποδοχές Μαρτίου 2011 και το ποσό των (1.142,86 Ευρώ Χ 6,7 μήνες =) 7.657,16 Ευρώ ως αποδοχές περιόδου 1.4.2011 έως 21.10.2011. β) Επίδομα αδείας 2011, το ποσό των (1.142,86 Χ 1/2 =) 571,43 Ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο έβδομος ενάγων δικαιούται το ποσό των 9.869,73 Ευρώ, πλην όμως ο έβδομος ενάγων αιτείται το έλασσον ποσό των 9.846,88 Ευρώ, για τις ως άνω αιτίες, επομένως του οφείλεται αυτό. 2) Ως αποδοχές υπερημερίας : Αποδοχές περιόδου από 21.10.2011 έως 12.2.2012, το ποσό των (1.142,86 Ευρώ Χ 3,66 μήνες =) 4.182,87 Ευρώ, πλην όμως ο έβδομος ενάγων αιτείται, για την ως άνω αιτία, το έλασσον ποσό των 4.1 14.30 Ευρώ, επομένως του οφείλεται αυτό. 3) Ως πρόσθετη αμοιβή : α) Πρόσθετη αμοιβή λόγω ετοιμότητα κλήσης προς εργασία (stand by), μαζί με τον Β.Δ. για την εβδομάδα 24.1.201 1 έως 30.1.201 1 και με τους Π.Α. και Α.Χ. για τις ημέρες 14.2.2011 έως 16.2.2011 και από 17.2.201 1 έως 20.2.201 1, το ποσό των (50 + 80 =) 130 Ευρώ. β) Πρόσθετη αμοιβή λόγω πρόσθετων εργασιών «εκτός έδρας» εγκατάστασης, απεγκατάστασης, ειδικής αμοιβής ασυρμάτου δικτύου ΟΤΕ, αμοιβής για εργασίες επισκευών δικτύων κατόπιν κλήσης από πελάτη («call out»), το συνολικό ποσό των (8,75 + 32,50 + 15 + 59 + 221 + 8,75 + 17,50 + 32,50 + 17,50 + 17,50 + 32,50 + 8,75 + 15 + 15 + 15 + 15 + 68,50 + 17,50 + 17,50 + 59 + 8,75 + 23,75 + 16,25 + 17,50 + 11,66 + 32,50 + 33,33 + 121 + 32,50 + 97 + 54 + 10 + 23,75 + 8,75 + 15 + 15 + 23,75 + 50 + 8,75 + 8,75 + 4,50 + 50 + 221 + 79,25 + 32,50 + 15 + 23,75 + 23,75 + 23,75 + 83,50 + 10 + 32,50 + 17,50 + 8,75 + 23,75 + 23,75 + 425 + 15 + 17,50 + 224 + 118 + 13,50 + 68 + 15 + 15 + 15 + 68 + 15 + 30 + 32,50 + 158,50 + 377 + 30 + 35,50 + 17,50 + 8,75 =) 3.677,74 Ευρώ, έναντι του οποίου ο έβδομος ενάγων έλαβε το ποσό των 1.626,90 Ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, επομένως του οφείλεται η διαφορά, ποσού 2.050,84 Ευρώ (περί των ανωτέρω, βλ. ενσωματωμένες στην υπό κρίση αγωγή αναφορές ολοκλήρωσης εργασιών, τη διενέργεια των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγομένη, σε συνδυασμό, ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής, με τα ανωτέρω προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες απόδειξης και τιμολόγιο εργασιών). Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες, ο έβδομος ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.180,84 Ευρώ Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο έβδομος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 16.142,02 Ευρώ.

Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αβασίμως οι ενάγοντες αιτούνται την απόδοση μικτών αποδοχών και ότι πρέπει να καταλογισθούν στα αιτούμενα από αυτούς ποσά μικτών δεδουλευμένων αποδοχών, οι νόμιμες κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών, όπως αυτές εκτίθενται στις προτάσεις της εναγομένης, τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον οι νόμιμες κρατήσεις (ενδεικτικά, οι εργατικές κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών), δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (I. Ληξουριώτη, «Εργατικό Δίκαιο», εκδ.2010, σ.343, ΑΠ 332/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2126/2007, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 567/2005, ΕΝΑΥΤΔ 2005, σ.345). Εξάλλου, τα ως άνω ποσά, τα οποία πρέπει ο εργοδότης κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε τρίτους, δύνανται να στηρίξουν ένσταση καταβολής, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της περί μισθού αξίωσης του εργαζομένου ενάγοντος (βλ. ΑΠ 332/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 335/2008, ΕΝΑΥΤΔ 2008, σ.287), πλην όμως η εναγομένη, με τον ως άνω ισχυρισμό της, δεν προβάλει, κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο, σχετική ένσταση εξόφλησης των εν λόγω νομίμων κρατήσεων και, συνακόλουθα, ο σχετικά προβαλλόμενος από μέρους της ισχυρισμός, τυγχάνει απορριπτέος, για τους ως άνω λόγους. Επιπρόσθετα, απορριπτέος ως αβάσιμος από νομική άποψη τυγχάνει και ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι πρέπει, από το ποσό των επιδικαζομένων αποδοχών υπερημερίας στους ενάγοντες, να αφαιρεθεί το ποσό που αυτοί έλαβαν ως επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ.β’ ΑΚ συνάγεται ότι από το μισθό που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο εργοδότης, ο ποίος ευρίσκεται σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, αφαιρείται ο,τιδήποτε ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή αυτής σε άλλον, πλην όμως, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη και επομένως δεν αφαιρείται, κατ’ εφαρμογή της ως άνω διάταξης, το επίδομα ανεργίας, διότι η παροχή αυτή είναι άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας (ΕφΘεσσαλ 42/2009, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, προσκομιζόμενη, ΕφΙωαν 450/2005, Αρμ. 2007, σ.79, ΜΠρΠειρ 1600/2006, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ενόψει των ανωτέρω, παρέλκει η διερεύνηση του ισχυρισμού των εναγόντων περί επίδειξης, κατ’ αρθρ. 450 ΚΠολΔ, των αναφορών ολοκλήρωσης εργασιών («work completance sheets»), καθώς τα πραγματικά περιστατικά που επρόκειτο να αποδειχθούν με τα ως άνω έγγραφα αποδείχθηκαν, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα, με το λοιπό προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικό υλικό (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ερμηνεία ΚΓΙολΔ, εκδ. 2000, υπό αρθρ. 450, αριθμ. 4).

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει α) στον πρώτον ενάγοντα, το ποσό των 33.387,07 Ευρώ, β) στο δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 20.941,63 Ευρώ, γ) στον τρίτον ενάγοντα, το ποσό των 27.337,89 Ευρώ, δ) στον τέταρτο ενάγοντα, το ποσό των 14.103,93 Ευρώ, ε) στον πέμπτο ενάγοντα, το ποσό των 16.848,99 Ευρώ, στ) στον έκτον ενάγοντα, το ποσό των 1 8.038,90 Ευρώ και ζ) στον έβδομο ενάγοντα, το ποσό των 16.142,02 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως εξής : 1) Οι δεδουλευμένες αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων των προσθέτων μισθολογικών παροχών) και οι αποδοχές υπερημερίας από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα στον οποίον αφορούν, 2) το επίδομα αδείας, από την επομένη της λήξης του ημερολογιακού έτους στο οποίο αφορούν, 3) το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους από το οποίο αφορά, 4) το επίδομα εορτής Πάσχα, από την 1η Μαΐου του ιδίου έτους στο οποίο αφορά (αρθρ. 655 του Α.Κ., Ολ.Α.Π.39-40/2002, Α.Π. 1537/2006, Α ‘ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Α.Π.51/2005, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 420/1995). Περαιτέρω, πρέπει να κηρυχθεί η απόφαση, κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία στους ενάγοντες, λόγω της φύσης των σχετικών αξιώσεων (αρθρ. 907, 908 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη, κατά την έκταση της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, όπως ειδικότερα ορίζεται κατωτέρου στο διατακτικό (αρθρ. 178, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι στο σκεπτικό κρίνεται απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει α) στον πρώτον ενάγοντα, Γ.Κ., το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα επτά Ευρώ και επτά λεπτών του Ευρώ (33.387,07 Ευρώ), β) στο δεύτερο ενάγοντα, Β.Δ., το ποσό των είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός Ευρώ και εξήντα τριών λεπτών του Ευρώ (20.941,63 Ευρώ), γ) στον τρίτον ενάγοντα, Σ.Λ., το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων τριάντα επτά Ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών του Ευρώ (27.337,89 Ευρώ), δ) στον τέταρτο ενάγοντα, Α.Σ., το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν τριών Ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του Ευρώ (14.103,93 Ευρώ), ε) στον πέμπτο ενάγοντα, Τ.Ι., το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα οκτώ Ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών του Ευρώ (16.848,99 Ευρώ), στ) στον έκτον ενάγοντα, Α.Χ., το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων τριάντα οκτώ Ευρώ και ενενήντα λεπτών του Ευρώ (18.038,90 Ευρώ) και ζ) στον έβδομο ενάγοντα, Φ.Ι., το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εκατόν σαράντα δύο Ευρώ και δύο λεπτών του Ευρώ (16.142,02 Ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, στο σκεπτικό της απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση, κατά ένα μέρος, προσωρινά εκτελεστή, για τα ποσά των επτά χιλιάδων (7.000) Ευρώ, ως προς έκαστο από τους πρώτο και τρίτο των εναγόντων, των έξι χιλιάδων (6.000) Ευρώ, ως προς έκαστο από τους δεύτερο και έκτο των εναγόντων, των πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ ως προς έκαστο από τους πέμπτο και έβδομο των εναγόντων και των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) Ευρώ ως προς τον τέταρτο των εναγόντων.

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, σε βάρος της εναγομένης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων δέκα (4.710) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά, στις 6-11-2012 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

3 + 14 =