Οδηγοί – Πωλητές με «μπλοκάκι» δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης όπως όλοι οι μισθωτοί – Καταχρηστική η απόλυση που έγινε μετά από προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας – σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Οδηγός – πωλητής γαλακτοκομικών προϊόντων απασχολούμενος με σύμβαση «ανεξαρτήτων υπηρεσιών», οδηγώντας φορτηγό της εργοδότη του σε προκαθορισμένο από αυτή δρομολόγιο, ευρισκόμενος υπό τον έλεγχο των προϊσταμένων του και με καθορισμένο από την εργοδότη ωράριο εργασίας, αμειβόμενος με ποσοστά επί των πωλήσεως είναι μισθωτός και όχι ανεξάρτητος συνεργάτης.
Καταχρηστική απόλυση επειδή ο μισθωτός διεκδίκησε τα εργασιακά του δικαιώματα προσφεύγοντας στην επιθεώρηση εργασίας και σε κάθε περίπτωση άκυρη επειδή έγινε χωρίς την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων του νόμου.
Υποχρέωση επαναπασχόλησης του καταχρηστικώς και ακύρως απολυθέντος μισθωτού.

Α. Κυριακίδης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης
273/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία Τσαγκιά, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αμαλία Σαμπράκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11-12-2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του ενάγοντος: Γ.Ν. του Δ., κατοίκου Ν. Η. Α., ο οποίος παραστάθηκε διά των πληρεξουσίων του δικηγόρων Αναστασίου Κυριακίδη και Βασιλικής Αλιμπέρτη.
Της εναγόμενης: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία « Α.Β.Γ. Α.Ε.», που εδρεύει στο Λ. Θ. και διατηρεί υποκατάστημα στο Κ. Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων της δικηγόρων Νικολάου Σιάρκου και Αικατερίνης Τσαντίκου.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 26-10-2012 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης 4917/2012, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασης του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από τον εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 100/2009, ΑΠ 274/2009 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η παράλειψη του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών από αυτόν και η παρακράτηση φόρου ελευθέρων επαγγελματιών από τον εργοδότη δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια της απασχόλησής του ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Αντίθετα, η μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών γίνεται έκδηλη όταν εκείνος που παρέχει την εργασία του διατηρεί ίδια επαγγελματική στέγη και εξυπηρετεί περισσότερους πελάτες (ΑΠ 1040/2007, ΑΠ 1687/2007, ΕφΠατρ 879/2004 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους – που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1420/2006, ΑΠ 704/2006, ΑΠ 115/2006, ΕΦΘΕΣ 1774/2007). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ καθιερώνεται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για προσβολή της προσωπικότητας στην περίπτωση που προσβάλλεται η προσωπικότητα κάποιου από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άλλου προσώπου που του προξενεί ηθική βλάβη. Ειδικότερα, ο μισθωτός έχει δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υφίσταται από την προσβολή της προσωπικότητας του από τον εργοδότη με τον οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όταν είτε πρόκειται για παράνομη πράξη του τελευταίου, που βρίσκεται εκτός των ορίων του διευθυντικού του δικαιώματος είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος αυτού και επιπλέον προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού σχετικά με την επαγγελματική του αξία και υπόληψη (ΟλΑΠ 898/1985, ΕΕργΔ 45.244, ΑΠ 251/2008 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του εκθέτει, ότι την 16-1-2008 προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός-πωλητής, και ότι την 1-10-2009 υπέγραψε σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξακολουθώντας να εργάζεται υπό τις προγενέστερες συνθήκες εργασίας, αντί μηνιαίων αποδοχών, που κατά τον χρόνο της απόλυσής του ανερχόταν στο ποσό των 3.643,09 ευρώ. Ότι η σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη είναι εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον εργαζόταν υπό τις οδηγίες και την εποπτεία της εναγομένης, όπως με λεπτομέρεια αναφέρει στην  αγωγή. Ότι, παρότι παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς την εργασία του, η εναγόμενη την 28-7-2012 τον απέλυσε χωρίς να τηρήσει τους νόμιμους τύπους. Ότι η απόλυσή του είναι άκυρη για τον λόγο αυτό και επιπλέον ως καταχρηστική και αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια και για λόγους εκδίκησης διότι διεκδίκησε τα εργασιακά του δικαιώματα. Ζητεί, μετά το νομότυπο με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων του δικηγόρων στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και με τις προτάσεις του σύμφωνα με τα άρθρα 223, 294, 295 εδ. β ΚΠολΔ περιορισμό του αιτήματος του, α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16-1-2008, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28-7-2012 καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως υπαλλήλου της οδηγού-πωλητή, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της να τον απασχολεί κατά τα ανωτέρω, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 14.863,81 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυση του έως 30-11-2012, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης και της προσβολής της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, για την περίπτωση, που κριθεί έγκυρη η άνω καταγγελία ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 17.001,09 ευρώ ως αποζημίωσης απόλυσης. Επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με τα ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 16 αρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την εκδίκαση της κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 και επ. ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59. 70, 174. 180. 281, 299, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 648 επ., 914, 932 ΑΚ, 1, 3 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, 70, 176, 907, 908 και 946 ΚΠολΔ, καθώς και στις προπαρατεθείσες στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις. Όσον αφορά την τοκοδοσία των επίδικων επιμέρους αξιώσεων του ενάγοντος πρέπει να λεχθεί ότι οι μισθοί υπερημερίας, τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 345, 349 παρ. 1, 350, 655 εδάφια α’ και β’ ,656 εδάφιο α’ και 672 ΑΚ, βλ. ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.453, ΑΠ 692/2001 ΕλλΔνη 2002.737, ΑΠ 509/1996, ΔΕΝ 1997.8). Θα πρέπει, λοιπόν, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου (άρθρο 6 παρ. 17 του Ν. 2479/97 που τροποποίησε το άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ).

Η εναγομένη αρνείται την αγωγή και προβάλλει παραδεκτά με τις προτάσεις της, αλλά και μετά από σχετική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για το λόγο ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για το καθεστώς παροχής υπηρεσιών του παρά μόνον αφού τα ποσά που εισέπραττε δεν τον ικανοποιούσαν. Η εν λόγω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη καθόσον η εναγομένη δεν επικαλείται ότι από την αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμά του, της δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτής ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον της, μεταβάλλοντας δε την στάση του ο ενάγων επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί και ότι επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα της επιπτώσεις (281 ΑΚ, 261 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 8/2001), ώστε να μπορεί να κριθεί αν η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος είναι μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την εκτίμηση των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ), από τις νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις υπ’ αριθ. 7378 και 7379/10-12- 2012 των μαρτύρων Η. Ε. και Γ. Ν. αντίστοιχα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες ελήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου πριν είκοσι τεσσάρων ωρών (βλ. υπ’ αριθ. 7895/26-10-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αγγελικής Παπαϊωάννου), από τη νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ ληφθείσα ένορκη βεβαίωση υπ’ αριθ. 7556/14-12-2012 του μάρτυρα Κ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία ελήφθηκε μετά από σχετική για αυτό δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του ενάγοντος, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις υπ’ αριθ. 2866 και 2867/10-12-2012 των μαρτύρων Α. Χ. και Ε. Π. αντίστοιχα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Λουμάκη, οι οποίες ελήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου πριν είκοσι τεσσάρων ωρών (βλ. υπ’ αριθ. 4375/7-12-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μαρίας Δαλιανή), από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό και με την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή : ο ενάγων, κάτοχος της υπ’ αριθ. 045518392/1984 επαγγελματικής άδειας οδήγησης Γ κατηγορίας, προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία διατηρεί βιομηχανική μονάδα παραγωγής γάλακτος, γαλακτοκομικών και άλλων προϊόντων, την 16-1-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός-πωλητής. Ειδικότερα, ο ενάγων, εργαζόμενος στο υποκατάστημα, που διατηρεί η εναγομένη στο Κ. Α., εκτελούσε διανομές των προϊόντων της εναγόμενης με φορτηγά ιδιοκτησίας της τελευταίας εντός του Νομού Αττικής. Τα καθήκοντά του συνίσταντο στην οδήγηση του φορτηγού και, επίσης, στην πώληση των μεταφερόμενων προϊόντων, συμβάλλοντας ο ίδιος με προσωπική του προσπάθεια στην διεύρυνση του κύκλου πελατών της εναγομένης και στην αύξηση των πωλήσεων. Τα δρομολόγια, που ο ενάγων εκτελούσε, ήταν πάντα ανατεθειμένα από την εναγομένη και προκαθορισμένα από τους προϊσταμένους του και το γραφείο κινήσεως (από την πρόσληψή του έως την 30-9-2009 ήταν το υπ’ αριθ. ‘25’ Νέα Ιωνία-Πευκάκια-Φιλαδέλφεια-Λυκόβρυση και από 1-10-2009 το υπ’ αριθ. ‘11’ Κέντρο Αθηνών), το δε ωράριο του, ήταν συγκεκριμένο, ήτοι από 2.00 έως 15.00. Ο ενάγων ξεκινούσε την εργασία του στην έδρα του υποκαταστήματος της εναγομένης παραλαμβάνοντας από το λογιστήριο το συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής και το κομπιούτερ εκδόσεως τιμολογίων, καταμετρούσε το σύνολο των προϊόντων που επρόκειτο να μεταφέρει, αντιπαρέβαλλε τα προϊόντα με το συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής και έλεγχε την κατάσταση του φορτηγού. Στην συνέχεια, προέβαινε στην πώληση και διανομή των προϊόντων στα καταστήματα λιανικής πώλησης, χωρίς συνήθως να συνοδεύεται από βοηθό οδηγό, εκφόρτωνε ο ίδιος τα προϊόντα, τα παρέδιδε στον υπεύθυνο του καταστήματος, εισέπραττε το αντίτιμο, εξέδιδε το αντίστοιχο τιμολόγιο, ελάμβανε παραγγελίες, φόρτωνε τα προς επιστροφή προϊόντα στο φορτηγό και ακολούθως εκφόρτωνε στο υποκατάστημα της εναγομένης τα άνω προϊόντα και απέδιδε τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι την 1-10-2009 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο δε ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται υπό τις προγενέστερες συνθήκες εργασίας, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές του ορίσθηκαν σε προμήθεια 7,75%. Εκ των ως άνω προκύπτει ότι ο ενάγων από της προσλήψεως του παρείχε τις άνω υπηρεσίες του με συγκεκριμένο και πλήρες ωράριο, υποχρεωμένος από τα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης στην τήρηση του ωραρίου αυτού και επιπλέον υποχρεωμένος να ασκεί τα καθήκοντά του με βάση τις υποδείξεις και τις οδηγίες των οργάνων της εναγομένης, πλήρως ενταγμένος στην οργανωτική δομή της εναγομένης, χωρίς να διαθέτει ατομικά καμία ιδιαίτερη οργάνωση εργασίας που να δικαιολογεί ανάληψη εκ μέρους του ίδιου επιχειρηματικού κινδύνου και χωρίς ποτέ να απασχοληθεί παράλληλα σε άλλον εργοδότη ή να αναπτύξει ίδια επαγγελματική δραστηριότητα, τελώντας, κατά συνέπεια, σε σχέση εξάρτησης ως προς τα όργανα της εναγομένης. Ως εκ τούτου, τον ενάγοντα συνέδεε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρότι ο ενάγων παρείχε ανελλιπώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του, την 28- 7-2012 η εναγομένη προέβη σε άτυπη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, διότι ο τελευταίος διεκδίκησε τα εργασιακά του δικαιώματα, και δη επειδή μόλις την 26-7-2012 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικα περιστατικά καθίσταται σαφές, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος έγινε κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και από λόγους εκδίκησης, διότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν για την παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων του και ως εκ τούτου, είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό αλλά και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης και επομένως είναι άκυρη. Εξάλλου, είναι άκυρη η επίδικη καταγγελία και για τον λόγο ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμοι τύποι. Κατόπιν τούτων, η εναγομένη, που παρά την ακυρότητα της καταγγελίας δεν δέχεται την προσφορά της εργασίας του ενάγοντος έχει καταστεί υπερήμερη, υποχρεούται δε να καταβάλει στον ενάγοντα τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28-7-2012 έως 30- 11-2012, που ο ενάγων αιτείται. Με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, που κατά τον χρόνο της απόλυσής του ανέρχονταν στο ποσό των 3.351,64 ευρώ, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 13.674,69 ευρώ (3351,64 × 4 μήνες = 13406,56 + 2/25 × 3351,64 για δύο εργάσιμες ημέρες του μηνός Ιουλίου = 268,13). Περαιτέρω, η εναγομένη δια των εκπροσώπων της, με την παραπάνω συμπεριφορά τους, προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου και ως εργαζομένου με αποτέλεσμα να προξενηθεί σε αυτόν ηθική βλάβη. Έτσι, η εναγομένη έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία, που έχει προκληθεί στον ενάγοντα από την άδικη αυτή πράξη, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της άνω προσβολής, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκε, τον βαθμό πταίσματος της εναγομένης, το είδος της προσβολής, την προσωπικότητα του ενάγοντος και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Εξάλλου, το αίτημα του ενάγοντος για επίδειξη εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του, αφού το Δικαστήριο σχημάτισε κρίση για την υπόθεση από το αποδεικτικό υλικό που πιο πάνω αναφέρθηκε. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και α) να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16-1- 2008, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28-7-2012 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως υπαλλήλου της οδηγού-πωλητή, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να τον απασχολεί κατά τα ανωτέρω, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.174,69 ευρώ (13.674,69+1500), με το νόμιμο τόκο για το μεν ποσό των 13.674,69 ευρώ από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, το δε κονδύλι των 1.500 ευρώ από την επίδοση της αγωγής. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό και το σχετικό αίτημα του, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, πρέπει να επιβληθεί στην εναγομένη λόγω της μερικής της ήττας (176, 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16-1-2008.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 28-7-2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως υπαλλήλου της οδηγού-πωλητή, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα άρνησής της να τον απασχολεί κατά τα ανωτέρω.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων εκατόν εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (15.174,69), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις παραπάνω καταψηφιστικές της διατάξεις.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Φεβ 2013

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

5 × 4 =