Εξόφληση – Συμβιβασμός – Παραίτηση στις εργατικές απαιτήσεις (συλλογή νομολογίας και σχολιασμός)

του Α. Κυριακίδη

Εξόφληση εργατικών απαιτήσεων:

Εξοφλητικές αποδείξεις ή υπεύθυνες δηλώσεις του τύπου «έλαβα το συνολικό ποσό των Χ € και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω από τον εργοδότη μου» δεν εμπεριέχουν, ούτε αποδεικνύουν καμία απολύτως εξόφληση εργαζομένου, είναι αόριστες, καθ’ ο δε μέρος περιέχουν παραίτηση του εργαζομένου από τις νόμιμες ελάχιστες αποδοχές του (οι οποίες δεν αφορούν μόνο τους μισθούς του, αλλά και οφειλόμενες εκ του νόμου αμοιβές για ειδική εργασία, όπως π.χ. για υπερωρία) είναι άκυρες και δεν λαμβάνονται υπόψη στα δικαστήρια (ασχέτως αν ο εργαζόμενος τις αντικρούει ή όχι), ούτε μπορούν να στηρίξουν ισχυρισμό εργοδότη για εξόφληση.

Ούτε όμως και ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του εργοδότη μπορούν να στηρίξουν, αφού η υπογραφή τέτοιων αποδείξεων από πλευράς εργαζομένου κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης είναι δικαιολογημένη, η δε μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του είναι εύλογη και μη καταχρηστική.

Εφετείο Ιωαννίνων 419/2005:

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 §1 α.ν. 547/1937, 3 α.ν. 1843/1939, 5 §1 α.ν. 539/1945, 8 §4 ν.δ. 4020/1959 και 14 α.ν. 551/1914, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και, συνεπώς, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα, να λάβει τα, κατά το νόμο, ελάχιστα όρια των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του, τα οποία απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως, πλην του μισθού, το δικαίωμα απολήψεως επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, ανεξαρτήτως αν η οικεία αξίωση έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί, οπότε, στην πρώτη περίπτωση, η παραίτηση έχει το χαρακτήρα αφέσεως χρέους κατά την έννοια του άρθρου 454 ΑΚ (ΑΠ 1228/83 ΕλλΔνη 36. 159). Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρων και των διατάξεων των άρθρων 397 εδ. β’, 416 ΑΚ και 262 §1 ΚΠολΔ, προκειμένου να αποτραπεί η καταστρατήγηση των διατάξεων των εργατικών νόμων ως προς την ελάχιστη προστασία των εργαζομένων, πρέπει, ως προς την εξόφληση των απαιτήσεών τους, να διαλαμβάνεται στη σχετική ένσταση, για το ορισμένο αυτής, όχι μόνο το ποσό, το οποίο κατεβλήθη συνολικά στον εργαζόμενο για την παρασχεθείσα εργασία του, αλλά και τα επί μέρους ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν σ’ αυτόν για κάθε αιτία, διότι μόνο με τις διευκρινίσεις αυτές είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος (ΑΠ 639/88 ΕλλΔνη 30. 560). Τα ανωτέρω δε στοιχεία, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 424 ΑΚ, θα πρέπει να αναφέρει και η εξοφλητική απόδειξη, την οποία δικαιούται, να αξιώσει ο εργοδότης από τον εργαζόμενο κατά την πληρωμή των αποδοχών του, θα πρέπει δηλαδή αυτή να είναι αναλυτική, ήτοι: να αναφέρει τα επί μέρους ποσά, τα οποία απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς επίσης και τις αιτίες καταβολής τους. Αντιθέτως, η εξοφλητική απόδειξη, η οποία δεν είναι αναλυτική, δεν καθορίζει δηλαδή τις οφειλόμενες και τις καταβληθείσες τελικά αποδοχές του εργαζομένου, είναι αόριστη και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 24/ 2000 ΕλλΔνη 41. 720). Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της ανωτέρω κατ’ αυτού αγωγής, ότι έχει εξοφλήσει την εφεσίβλητη-ενάγουσα για τις ένδικες αξιώσεις της διαφοράς αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, από τις εκ μέρους αυτής παρασχεθείσες υπηρεσίες, όπως τούτο συνάγεται από τις, νομίμως προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ίδιο, από 30.11.1993 και 26.11.1994 δυο υπεύθυνες δηλώσεις της εφεσίβλητου, κατά τον τύπο του νόμου 1599/ 1986, στις οποίες αυτή δηλώνει, όπως από τις εν λόγω δηλώσεις προκύπτει, ότι έχει εξοφληθεί για την παρασχεθείσα εργασία της στον εκκαλούντα και ότι ουδεμία οικονομική απαίτηση έχει κατ’ αυτού, αν εκτιμηθεί ως ισχυρισμός παραιτήσεως της εφεσίβλητου από τις ένδικες αξιώσεις της, είναι μη νόμιμος διότι η παραπάνω παραίτηση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, ως παραίτηση της εφεσίβλητου από τις ανωτέρω, αναγνωριζόμενες από διατάξεις δημοσίας τάξεως, αξιώσεις της, είναι άκυρη και, συνεπώς, ουδέν αποτέλεσμα παράγει υπέρ του εκκαλούντος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός, ως ένσταση εξοφλήσεως, είναι αόριστος, διότι όχι μόνο δεν αναφέρονται τα επί μέρους καταβληθέντα στην εφεσίβλητη, για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, ποσά και η αιτία καταβολής ενός εκάστου εξ αυτών, αλλά δεν αναφέρεται ούτε καν το συνολικώς καταβληθέν ποσό, καίτοι, κατά την ανωτέρω σκέψη, τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα κατά νόμο για το ορισμένο του ερευνωμένου ισχυρισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος διότι οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών προς απόδειξη του, ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου τους, είναι αόριστες και, εξαιτίας της αοριστίας τους αυτής, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού, ο οποίος ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε.

Εφετείο Πειραιά 208/2009:

… [Η] δήλωση του ενάγοντος, κάτω από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, πως έχει λάβει όλες τις νόμιμες απαιτήσεις του και δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της επιχείρησης, ως απόδειξη εξοφλήσεως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, για αμοιβές πέρα από τις αναφερόμενες στην κάθε συγκεκριμένη απόδειξη, διότι αφενός δεν αναφέρει ποια ποσά και σε τι αμοιβή ειδικότερα αναφέρεται, αφετέρου, αν θεωρηθεί ως άφεση χρέους, προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 του ν, 2112/20, 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/59 και 14 παρ. 1 του ν. 551/1915, από τις οποίες προκύπτει ότι η παραίτηση ή άφεση χρέους του εργαζομένου από τις ελάχιστες νόμιμες μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη, αφού οι σχετικές διατάξεις που προστατεύουν το μισθό του εργαζόμενου είναι αναγκαστικού δικαίου.

Επίσης και ο άλλος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων κατά κατάχρηση του δικαιώματός του, κατ’άρθρ. 281 ΑΚ αιτείται τα ως άνω ποσά, διότι ολόκληρο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του και ενώ αυτός υπέγραφε τις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής του, δηλώνοντας ότι δεν έχει καμιά απαίτηση από την εναγόμενη από οποιαδήποτε αιτία, της δημιούργησε την πεποίθηση ότι ούτε έχει απαιτήσεις, ούτε και άσκησε αυτές για όσο διάστημα εργαζόταν σ’αυτήν πρέπει να απορριφθεί διότι μόνη η πάροδος χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο ο δικαιούχος δεν ασκεί τα δικαιώματά του δεν αρκεί για την θεμελίωση του άρθρ. 281 ΑΚ, αλλά και η υπογραφή των αποδείξεων με τη σχετική υποσημείωση, δεν αρκεί, αφού γίνεται κατά τη διάρκεια της εργατικής σχέσεως.

Εφετείο Πειραιά 441/2009:

Σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση – όπως και η αγωγή (αρθ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.) πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 416 Α.Κ. ένσταση της καταβολής (εξοφλήσεως) ποσών που γίνεται για την απόσβεση αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, για να είναι σαφής και ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επί μέρους ποσά, τα οποία απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία της καταβολής τους. Διαφορετικά η ένσταση αυτή, έστω και αν αναφέρεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, είναι αόριστη (βλ. Α.Π. 1320/2008 ΕλλΔ/νη 49.1426, Α.Π. 1086/2006 ΕΕργΔ 66.306, Εφ.Αθ. 7344/2003 ΔΕΝ 2006. 473, ΕφΘεσ 307/1994 Αρμ. 48.923). Εξάλλου κατά τη γενική αρχή του εργατικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 του ν. 2112/20, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 και 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (αρθ. 454 Α.Κ.). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη μόνο κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν το ως άνω ελάχιστο όριο, εφόσον όμως και στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παραίτηση είναι ειδική και σαφής (βλ. Α.Π. 1089/2006 ΔΕΝ 2007. 306, ΕφΑθ. 7344/2003 ανωτ.). Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος με την έφεσή του ισχυρίζεται ότι ο ενάγων με την από 30-10-2007 υπεύθυνη δήλωσή του, αφού είχε εισπράξει ποσό 9.000 ευρώ, δήλωσε ότι παραιτείται από την ασκηθείσα αγωγή του. Ο ισχυρισμός αυτός, ως ένσταση εξοφλήσεως είναι αόριστος, ενώ ως ισχυρισμός παραίτησης του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψεως των νομίμων αποδοχών του, είναι μη νόμιμος, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, και συνεπώς, απορριπτέος. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο ενάγων τον αντικρούει και κατ’ ουσίαν, ισχυριζόμενος ότι ο εργοδότης του υφάρπασε την υπογραφή του πριν από τη λύση της συμβάσεως, πείθοντάς τον να υπογράψει το έντυπο ασυμπλήρωτο, με την πρόφαση ότι ήταν απαραίτητο για την ασφάλισή του στο Ι.Κ.Α.

Ορισμός, περιγραφή, έκταση και προϋποθέσεις του συμβιβασμού στις εργατικές απαιτήσεις:

Άρειος Πάγος 1408/2005:

Κατά το άρθρο 871 του ΑΚ, με την σύμβαση συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά για τα δικαιώματα του εργαζομένου που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται και ως προς αυτά η επίλυση των διαφορών με συμβιβασμό, εφόσον όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις που στηρίζουν τις σχετικές αξιώσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται οι ως άνω διαφορές. Στις περιπτώσεις αυτές ο συμβιβασμός δεν αντιβαίνει στις διατάξεις δημόσιας τάξεως των άρθρων 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 του Ν. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 5 του ΑΝ 539/1945 και συνεπώς είναι έγκυρος, διότι ο εργαζόμενος αποφεύγει με αυτόν να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα με αβέβαιη διάρκεια και έκβαση. Όταν όμως δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν οι υποχωρήσεις δεν είναι αμοιβαίες, αλλά γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, δεν υπάρχει συμβιβασμός με την παραπάνω έννοια και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη.

Εφετείο Αθηνών 2630/2003:

Από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 678 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920 (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 § 1 του α.ν. 547/1939), 4 του α.ν. 1843/1939, 5 § 1 του α.ν. 539/1945 και 14 του α.ν. 551/1914, συνάγεται ότι εφόσον από τη διάταξη δεν προκύπτει το αντίθετο, δεν συγχωρείται και είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου, πριν ή μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, από το δικαίωμα να λάβει τα ελάχιστα όρια των αποδοχών του ή από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από την εργασιακή σύμβαση και που του αναγνωρίζονται από διατάξεις δημόσιας τάξεως (ΑΠ 453/1981 ΕΕργΔ 40. 538, ΑΠ 978/1975 ΝοΒ 24. 279, ΕφΘεσ 412/1989 ΕλΔ 1989. 1009). Επομένως, καταρχήν δεν επιτρέπεται ούτε συμβιβασμός για τα δικαιώματα αυτά, αφού και ο συμβιβασμός περιέχει κατά ένα ποσοστό παραίτηση από δικαίωμα. Τελικά, κατά την κρατούσα άποψη επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό (άρθρο 871 ΑΚ), στις περιπτώσεις όμως που υπάρχει πραγματικά σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα γύρω από τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις των δικαιωμάτων τούτων των εργαζομένων, με τη σκέψη ότι έτσι αποφεύγει ο κατά τεκμήριο, οικονομικά ασθενέστερος εργαζόμενος, να εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα με αβέβαιη διάρκεια και αποτελέσματα. Όταν όμως η αβεβαιότητα δεν είναι πραγματική αλλά προσχηματική και ο συμβιβασμός υποκρύπτει στην πραγματικότητα άφεση χρέους ή παραίτηση του εργαζομένου από βέβαιες αξιώσεις του, τότε είναι άκυρος (ΑΠ 333/2000 ΕλΔ 2000. 1370, ΕφΑθ 8481/1996 ΕλΔ 1998. 198, ΕφΑθ 8683/1990 ΔΕΝ 46.)

Συμβιβασμός εργαζομένου και εργοδότη αναφορικά με εργατικές αξιώσεις (μισθοί κλπ.) του πρώτου έναντι του τελευταίου νοείται όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση των αξιώσεων και εύλογη αβεβαιότητα του εργαζομένου για την τελική του δικαίωση από επιληφθησόμενο δικαστήριο, με υποχωρήσεις που γίνονται και από τις δύο πλευρές.

Δεν υπάρχει τέτοια αβεβαιότητα όταν ο εργαζόμενος «συμβιβάζεται», υποχωρώντας από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του, τις οποίες έχει ήδη διαγνώσει τελεσίδικα το δικαστήριο, συνεπώς στην περίπτωση αυτή «συμβιβασμός» δεν υπάρχει, αφού ούτε αμφισβήτηση υπάρχει για τις αξιώσεις του εργαζομένου, ούτε υποχωρήσεις και από τα δύο μέρη υπάρχουν, αλλά μονομερώς από τον εργαζόμενο.

Ο συμβιβασμός και η παραίτηση του εργαζομένου είναι έγκυροι μόνο αν αφορούν τα πέραν των νομίμων δικαιώματά του (π.χ. το κομμάτι των αποδοχών του που κείται πέραν και υπεράνω των ελαχίστων που ορίζονται από ΣΣΕ/ΔΑ) και πάντα υπό την προϋπόθεση ότι ως προς τις πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού επικρατεί σοβαρή αμφιβολία.

Περαιτέρω έχει κριθεί ότι υπό τα παραπάνω περιστατικά η αξίωση του εργαζομένου ούτε καταχρηστικώς ασκείται, αφού μόνο ο φόβος της απόλυσης από τον εργοδότη που παραβιάζει το νόμο σε βάρος του εργαζομένου δικαιολογεί την καθυστερημένη άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου:

Άρειος Πάγος 843/2002:

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 3, 174 και 679 Α.Κ. 8 ν. 2112/20, 11 παρ. 1 α.ν. 547/37 4 α.ν. 1843/39, 5 παρ. 1 α.ν. 539/45, 14 ν. 551/14, 8 ν.δ. 4020/59 η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή. Αντίθετα η απαγόρευση και η ακυρότητα δεν αφορούν στον υπέρ τα νόμιμα όρια συμβατικό μισθό και στις απαιτήσεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Μορφή παραιτήσεως από το μισθό αποτελεί και ο κατά το άρθρο 871 του ΑΚ συμβιβασμός του μισθωτού με τον εργοδότη ως προς μισθολογικές αξιώσεις, ο οποίος είναι μεν άκυρος όσον αφορά τις παραπάνω αξιώσεις, ως προς τις οποίες απαγορεύεται η παραίτηση, είναι όμως έγκυρος, όταν ως προς τις πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού επικρατεί σοβαρή αμφιβολία και σε κάθε περίπτωση, ως προς αυτές, για τις οποίες επιτρέπεται η παραίτηση.

Εφετείο Θεσσαλονίκης 124/1990:

Από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 679 Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ. 1 του α.ν. 547/1939), 4 του α.ν. 1843/1939, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 και 14 του α.ν. 551/1914, συνάγεται ότι, εφόσον από ρητή διάταξη δεν προκύπτει το αντίθετο, δεν συγχωρείται και είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου, πριν ή μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας, από το δικαίωμα να λάβει τα ελάχιστα όρια των αποδοχών του ή από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από την εργασιακή σύμβαση και που του αναγνωρίζονται από διατάξεις δημόσιας τάξεως (ΑΠ 978/1975 ΝοΒ 24, 279, ΑΠ 453/1981 ΕΕργΔ 40, 538). Επομένως, κατ’ αρχήν δεν επιτρέπεται ούτε συμβιβασμός για τα δικαιώματα αυτά, αφού και ο συμβιβασμός περιέχει κατά ένα ποσοστό παραίτηση από δικαίωμα. Τελικά, κατά την κρατούσα άποψη, επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό (άρθρ. 871 ΑΚ), στις περιπτώσεις όμως που υπάρχει πραγματικά σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα γύρω από τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις των δικαιωμάτων τούτων των εργαζομένων, με τη σκέψη ότι έτσι αποφεύγει ο κατά τεκμήριο οικονομικά ασθενέστερος εργαζόμενος να εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα με αβέβαιη διάρκεια και αποτέλεσμα. Οταν όμως η αβεβαιότητα δεν είναι πραγματική αλλά προσχηματική και ο συμβιβασμός υποκρύπτει στην πραγματικότητα άφεση χρέους ή παραίτηση του εργαζομένου από βέβαιες αξιώσεις του, τότε είναι άκυρος (ΑΠ 875/1972 ΕΕργΔ 32, 10, ΑΠ 661/1970 ΕΕργΔ 30, 90, ΑΠ 83/1967 ΕΕργΔ 26, 562, Ράμμος, ΕρμΑΚ 871 αριθ. 20, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Αστ. Κωδ. IV, σελ. 420). Μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, που να λύνει την αμφισβήτηση των συμβαλλομένων, δεν υπάρχει πια αβεβαιότητα και επομένως δεν χωρεί συμβιβασμός. Αν παρά ταύτα γίνει συμβιβασμός, στην πραγματικότητα θα πρόκειται για παραίτηση των διαδίκων από δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται από την τελεσίδικη απόφαση ή για διαφορετική διάθεση αυτών και όχι κατάργηση της δικαστικής απόφασης, η δε παραίτηση αυτή, εφόσον αφορά εργατικές αξιώσεις που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη (Κ. Μπέης, Πολιτ. Δικον. τεύχος 6, σελ. 1237, Ράμμος, Ερμ 871, αριθ. 26 και 52, Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ό.π., σελ. 423, αριθ. 20, Λ. Ντάσιος, Εργατικόν Δικον. Δικ. Α/1, 1986, σελ. 713, Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο, 1983, σελ. 177).

[…] απορριπτέα κρίνεται και η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής (άρθρ. 281 ΑΚ), διότι για την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν αρκεί η βραδεία άσκησή του και όχι η αντιφατική συμπεριφορά του δικαιούχου από την οποία δημιουργήθηκε στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα δεν θα ασκηθεί μελλοντικά, αλλά απαιτείται και η ύπαρξη ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη, ώστε για την αποτροπή αυτών να κρίνεται, με γνώρισμα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος (ΑΠ 243/1985 ΕΕργΔ 45, 79), περιστάσεις που στην ένδικη περίπτωση δεν επικαλείται η εναγομένη. Εξάλλου πρέπει να τονισθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση η αδράνεια της ανάγουσας οφείλεται κυρίως στο φόβο της απόλυσής της, η οποία και πραγματοποιήθηκε τελικά την 19.11.1987, αφού στο μεταξύ η εναγομένη και μετά το πιο πάνω πρακτικό (συμβιβασμού) εξακολούθησε, κατά παράβαση της οικείας σ.σ.ε., να της πληρώσει τα νόμιμα ημερομίσθια […].

Παραίτηση από εργατικές απαιτήσεις:

Άκυρη παραίτηση εργαζομένου από ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του –έγκυρο συμβιβασμού μόνο με εκατέρωθεν υποχωρήσεις λόγω αβεβαιότητας ως προς τον (μελλοντικό) δικαστικό αγώνα. Η υπεύθυνη δήλωση του εργαζομένου ότι έχει λάβει όλες τις αποδοχές του λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μόνο εφ΄ όσον γίνεται αβίαστα και δεν περιέχει συγκαλυμμένη παραίτηση από οφειλόμενες ελάχιστες, νόμιμες αποδοχές του.

Εφετείο Λαρίσης 405/2005:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,174 και 679 του ΑΚ, 8 ν.2112/1920, όπως αυθεντικώς ερμηνεύθηκε με το άρθρο 11 α.ν 547/1937, 4 αν.ν.1843/1939, 27 α.ν 28/31-10-1935, 5 παρ. 1 αν.539/1945, 14 ν.551/1911, 3 ν. 3239/1955 και 8 παρ. 4 του ν.4020/1959 προκύπτει ότι παραίτηση, υπό την έννοια συμβάσεως αφέσεως χρέους (άρθρο 454 ΑΚ), γενόμενη από τον εργαζόμενο και μετά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας, από το δικαίωμα απόληψης των νομίμως καθοριζομένων ελαχίστων ορίων αποδοχών του και της αμοιβής υπερωριακής απασχολήσεώς του, είναι άκυρη (ολ. Α.Π 348/1968 ΝοΒ 16.946, ΑΠ.1249/2002 ΝΟΜΟΣ, 453/1981 ΝοΒ 30.40, 966/1980 ΝΟΒ 29.317). Επιτρέπεται όμως, όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων του εργαζομένου, η επίλυση των διαφορών του με τον εργοδότη δια συμβιβασμού (άρθρο 871 ΑΚ), εφόσον με αμοιβαίες υποχωρήσεις αποφεύγει έτσι ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης (Ολ. ΑΠ 478/1980 ΔΕΝ 36.713, ΑΠ 333/2000 ΕΔ . 41.1370, 745/1985 Ε.Εφ.Δ.45.195, 1748/2001 ΕΔ 43.1400). Επίσης δεν εμπίπτει στην ανωτέρω απαγόρευση η μονομερής αναγνώριση από τον εργαζόμενο ότι έλαβε τις αποδοχές του για συγκεκριμένο χρόνο παροχής της εργασίας του, εφ΄ όσον γίνεται αβίαστα και δεν περιέχει συγκαλυμμένη παραίτηση από οφειλόμενες ελάχιστες, νόμιμες αποδοχές του, οπότε αποτελεί εξώδικη ομολογία και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

20 + eighteen =